Τι τονίζει η οικονομική εβδομαδιαία εφημερίδα της Eurobank
Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της Ελλάδας το 2023 μειώθηκε κατά περίπου 4 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ σε ετήσια βάση, αλλά παρέμεινε σχετικά υψηλό. Αυτό τονίζει το εβδομαδιαίο οικονομικό δελτίο της Eurobank, επισημαίνοντας ότι το {αποτέλεσμα} αυτό επηρεάστηκε από την πτώση των τιμών της ενέργειας και την αύξηση των εσόδων από τον τουρισμό. Αντίθετα, προσθέτουν οι οικονομολόγοι της τράπεζας, οι αυξημένες πληρωμές τόκων, μερισμάτων και κερδών στο εξωτερικό έχουν αντισταθμίσει ως ένα βαθμό το παραπάνω θετικό {αποτέλεσμα}.
Πιο συγκεκριμένα, την περασμένη εβδομάδα η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) δημοσίευσε τα στοιχεία του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών για το μήνα 23 Δεκεμβρίου.
1. Αυτή η μεταβλητή αποτελείται από 4 επιμέρους υπόλοιπα: αγαθά, υπηρεσίες, πρωτογενές εισόδημα και δευτερογενές εισόδημα. Το άθροισμά τους δείχνει τη διαφορά μεταξύ εισπράξεων και πληρωμών από συναλλαγές που πραγματοποιεί μια οικονομία με άλλες οικονομίες στο εξωτερικό σε σχέσης με αγοραπωλησίες αγαθών και υπηρεσιών, εισόδημα από απασχόληση και επενδύσεις και μονομερείς μεταβιβάσεις κεφαλαίων.
Συλλογές – συμπεριλαμβανομένων: έξοδα διαμονής και διατροφής ξένων τουριστών στην Ελλάδα – καταχωρούνται ως πιστώσεις λογαριασμών γιατί σχετίζονται με εισροές κεφαλαίων από το εξωτερικό, ενώ πληρωμές – μεταξύ άλλων Οι αγορές καυσίμων από ελληνικές εταιρείες από το εξωτερικό καταχωρούνται ως χρέωση στους λογαριασμούς γιατί συνεπάγονται εκροή κεφαλαίων στο εξωτερικό. 

Αντίστοιχα, στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών εμφανίζεται η διαφορά μεταξύ της εγχώριας αποταμίευσης και της συνολικής επένδυσης (πάγια περιουσιακά στοιχεία + μεταβολή αποθεμάτων). Όταν υπάρχει έλλειμμα, τα συνολικά έσοδα είναι χαμηλότερα από τις αντίστοιχες πληρωμές και οι εγχώριες αποταμιεύσεις είναι λιγότερες από τις επενδύσεις, με {αποτέλεσμα} η οικονομία να αντλεί κεφάλαια από το εξωτερικό (π.χ. δάνεια, άμεσες ξένες επενδύσεις κ.λπ.) για να καλύψει το κενό (μείωση καθαρού ξένα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν σε εγχώριες οντότητες). Αντίθετα, όταν υπάρχει πλεόνασμα, οι συνολικές εισπράξεις υπερβαίνουν τις αντίστοιχες αναλήψεις και η εγχώρια αποταμίευση υπερβαίνει τις επενδύσεις, προκαλώντας τη ροή κεφαλαίων στο εξωτερικό μέσω της οικονομίας (αύξηση των καθαρών ξένων περιουσιακών στοιχείων που κατέχουν εγχώριες οντότητες).
Όπως φαίνεται στα Διαγράμματα 1.1 και 1.2, το έλλειμμα του εξωτερικού ισοζυγίου της Ελλάδας, μετά τη μεγάλη διεύρυνση που κατέγραψε την τριετία 2020-2022, κυρίως ως {αποτέλεσμα} της πανδημίας και της ενεργειακής κρίσης, βελτιώθηκε το 2023, αλλά παρέμεινε σε πολύ υψηλότερο {επίπεδο} σε σύγκριση με την περίοδο πριν από την πανδημία.
2. Αναλυτικά, ανήλθε σε 14,1 δισ. ευρώ σε τρέχουσες τιμές, που σημαίνει μείωση 7,1 δισ. ευρώ ή 33,4% σε σχέσης με το 2022. Με βάση την τελευταία πρόβλεψη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) για το ονομαστικό ΑΕΠ της Ελλάδας το 2023 (221,6 δισ. ευρώ), το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών ήταν 6,4% του ΑΕΠ από 10,3% το 2022 (το υψηλότερο των τελευταίων 13 ετών!) .
3. Ποιοι παράγοντες οδήγησαν σε αυτό το {αποτέλεσμα}; Παρακάτω είναι τα αποτελέσματα των 4 υπολοίπων που απαρτίζουν το εξωτερικό ισοζύγιο. Αποδεικνύεται ότι η μείωση των τελών των καυσίμων, κυρίως ως {αποτέλεσμα} της πτώσης των τιμών της ενέργειας, και η αύξηση των εσόδων από τουριστικές υπηρεσίες λόγω της συνεχιζόμενης ανάκαμψης του τουρισμού, μεταφράστηκε σε μείωση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών το 2023. Αντίθετα, η αύξηση των πληρωμών από έσοδα από τόκους, μερίσματα και κέρδη, δηλαδή από επενδύσεις ξένων φορέων στην ελληνική οικονομία, αντιστάθμισε ως ένα βαθμό την παραπάνω βελτίωση.
· Ισοζύγιο αγαθών (-32,4 δισ. ευρώ το 2023 από -39,6 δισ. ευρώ το 2022)
Το υπόλοιπο αγαθών αποτελείται από 3 ξεχωριστά υπόλοιπα: καύσιμα, πλοία και αγαθά εξαιρουμένων των καυσίμων και των πλοίων. Το 2023, το ισοζύγιο αγαθών κατέγραψε έλλειμμα 32,4 δισ. ευρώ, χαμηλότερο κατά 7,1 δισ. ευρώ ή 18,1% σε σύγκριση με πέρυσι. Η συνιστώσα των καυσίμων είχε μακράν το μεγαλύτερο μερίδιο σε αυτό το {αποτέλεσμα} (κατά 89,1%), καθώς οι πληρωμές για αγορές καυσίμων στο εξωτερικό μειώθηκαν κατά 9,7 δισ. ευρώ ή 31,4%, υπερβαίνοντας την αντίστοιχη μείωση των ξένων εσόδων από πωλήσεις καυσίμων (3,3 δισ. ευρώ). , δηλαδή 18,9%) %). Στην {περίπτωση} του ισοζυγίου αγαθών εξαιρουμένων των καυσίμων και των πλοίων, η μείωση των πληρωμών ήταν ελαφρώς μεγαλύτερη από την αντίστοιχη μείωση των εισπράξεων, με {αποτέλεσμα} τη μείωση του ελλείμματος κατά 0,6 δισ. ευρώ, δηλαδή 2,2%. Η αποκλιμάκωση των τιμών της ενέργειας, η ανοικοδόμηση των αποθεμάτων το προηγούμενο έτος (π.χ. για λόγους ασφαλείας σε σχέσης με τον πόλεμο στην Ουκρανία και την ενεργειακή κρίση), ο ήπιος χειμώνας και η επιβράδυνση της ζήτησης μετά την πανδημία εξηγούν τα παραπάνω αποτελέσματα.
· Ισοζύγιο υπηρεσιών (+21,7 δισεκατομμύρια ευρώ το 2023 από +19,4 δισεκατομμύρια ευρώ το 2022)
Το υπόλοιπο υπηρεσιών αποτελείται από 3 ξεχωριστά υπόλοιπα: ταξίδια, μεταφορές και άλλες υπηρεσίες. Το 2023, το ισοζύγιο υπηρεσιών κατέγραψε πλεόνασμα 21,7 δισ. ευρώ, υψηλότερο κατά 2,3 δισ. ευρώ ή 12,1% σε σύγκριση με πέρυσι. Κυρίαρχο ρόλο στο {αποτέλεσμα} αυτό έπαιξε η ενίσχυση του ταξιδιωτικού πλεονάσματος λόγω της ανάκαμψης του τουριστικού κλάδου, σε μια χρονιά με ασθενή αναπτυξιακή δυναμική για τις οικονομίες (εκτός των ΗΠΑ) που είναι σημαντικοί αποδέκτες των ελληνικών τουριστικών υπηρεσιών (π.χ. ευρώ. ζώνη και το ΗΒ). Αναλυτικά, τα έσοδα από ταξίδια ανήλθαν σε 20,5 δισ. ευρώ – το υψηλότερο {επίπεδο} σε τρέχουσες τιμές από τότε που υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία (2002) – σημειώνοντας ετήσια αύξηση 15,7% ή 2,8 δισ. ευρώ. Το θετικό μερίδιο ήταν η συνιστώσα των αφίξεων και η αρνητική ήταν η συνιστώσα των δαπανών ανά ταξιδιώτη.4 Οι συνολικές αφίξεις ανήλθαν σε 32,7 εκατομμύρια ταξιδιώτες από 27,8 εκατομμύρια ταξιδιώτες το 2022 (+2,6 εκατομμύρια ταξιδιώτες ή +15,6% από την ΕΕ -27 και +2,3 εκατομμύρια ταξιδιώτες, ή +20,8% από χώρες εκτός ΕΕ-27), ενώ οι δαπάνες ανά ταξιδιώτη μειώθηκαν στα 603,3 € από 620,0 € το 2022. Τέλος, το 2023 τα ταξιδιωτικά έσοδα, οι αφίξεις και οι δαπάνες ανά ταξιδιώτη ξεπέρασαν τα προ της πανδημίας επίπεδα κατά 12,5 %, 4,4% και 7,0%, αντίστοιχα. Η αύξηση των δαπανών ανά ταξιδιώτη οφείλεται εν μέρει στην αύξηση των επιπέδων τιμών. Ενδεικτικά, ο Εναρμονισμένος Δείκτης Τιμών Καταναλωτή (HPI) για την κατηγορία ξενοδοχεία και εστιατόρια κατέγραψε σωρευτική άνοδο 13,6% την 4ετία 2020-2023,5
· Ισοζύγιο πρωτογενούς εισοδήματος (-4,8 δισ. ευρώ το 2023 από -0,8 δισ. ευρώ το 2022)
Το υπόλοιπο πρωτογενούς εισοδήματος αποτελείται από 3 ξεχωριστά υπόλοιπα: το υπόλοιπο των μισθών, τους τόκους, τα μερίσματα και τα κέρδη και το υπόλοιπο πρωτογενούς εισοδήματος. Το 2023, το ισοζύγιο πρωτογενούς εισοδήματος παρουσίασε απότομη επιδείνωση. Από έλλειμμα 0,8 δισ. ευρώ το 2022 σε έλλειμμα 4,8 δισ. ευρώ το 2023. Αυτή η αλλαγή οφείλεται στην αύξηση των πληρωμών τόκων, μερισμάτων και κερδών κατά 6,3 δισ. ευρώ, που υπεραντιστάθμισαν την αντίστοιχη αύξηση των εσόδων κατά 2,1 ευρώ δισεκατομμύρια, γεγονός που οδηγεί σε επιδείνωση του υπολοίπου κατά 4,2 δισεκατομμύρια ευρώ (βλ. Διαγράμματα 2.1 και 2.2). Η εκροή κεφαλαίων στο εξωτερικό με τη μορφή τόκων, μερισμάτων και κερδών είναι το εισόδημα αλλοδαπών οντοτήτων που έχουν επενδύσει στην ελληνική οικονομία, δηλαδή κατέχουν εγχώρια περιουσιακά στοιχεία.
· Υπόλοιπο δευτερογενούς εισοδήματος (+1,3 δισ. ευρώ το 2023 από -0,3 δισ. ευρώ το 2022)
Το υπόλοιπο δευτερογενούς εισοδήματος αποτελείται από 2 ξεχωριστά υπόλοιπα: το υπόλοιπο της γενικής κυβέρνησης (μονομερείς μεταφορές κεφαλαίων προς και από το εξωτερικό) και το υπόλοιπο του άλλου κλάδου. Το 2023, το ισοζύγιο δευτερογενούς εισοδήματος βελτιώθηκε από έλλειμμα 0,3 δισ. ευρώ το 2022 σε πλεόνασμα 1,3 δισ. ευρώ το 2023. Η αύξηση αυτή οφείλεται κυρίως στο ισοζύγιο της γενικής κυβέρνησης, το οποίο προκύπτει από το έλλειμμα ύψους 0,4 δισ. ευρώ στο Το 2022 ανήλθε σε πλεόνασμα 0,9 δισεκατομμυρίων ευρώ το 2023. Αυτό το {αποτέλεσμα} επηρεάστηκε θετικά από τη δαπάνη κεφαλαίων από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε δόσεις του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας – το μέρος της επιχορήγησης. 

Ως εκ τούτου, η Eurobank τονίζει ότι η περαιτέρω μείωση του εξωτερικού ελλείμματος της Ελλάδας συνδέεται με ενίσχυση: πρώτον, διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα, δεύτερον, επενδύσεις σε εξωτερικούς τομείς και τρίτον, εγχώρια αποταμίευση.

