ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ

Δημοσιονομικό Συμβούλιο: Πλεονάσματα και ανάπτυξη σήμερα, αλλά η επόμενη μέρα θα είναι δύσκολη



Σχόλια – Ανάλυση κειμένου

Δημοσιονομικό Συμβούλιο: Πλεονάσματα και ανάπτυξη σήμερα, αλλά η επόμενη μέρα θα είναι δύσκολη
Αβέβαιη εξέλιξη – Υψηλό χρέος και το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας σημαίνει υψηλά πλεονάσματα και νέα αβεβαιότητα – Ανησυχίες για διαρθρωτικές ευπάθειες

7 Ιουλίου 2026 – 07:10

Φωτογραφία 0 για το Δημοσιονομικό Συμβούλιο: Πλεονάσματα και ανάπτυξη σήμερα, αλλά η επόμενη μέρα θα είναι δύσκολη

Το ελληνικό «παράδοξο» όπου η χώρα καταγράφει τα μεγαλύτερα πρωτογενή πλεονάσματα αλλά είναι και από τις πρώτες που αυξάνει τις κρατικές δαπάνες και μέτρα στήριξης -ενώ σχεδόν όλες οι άλλες ακολουθούν περιοριστικές πολιτικές- εξηγεί η έκθεση του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου: «Υψηλότερη οικονομική ανάπτυξη και έσοδα με καταπολέμηση της φοροδιαφυγής».

Στην ίδια έκθεση, σύμφωνα με το newmoney.gr, η EDS προειδοποιεί: η οικονομική εξέλιξη δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη και η διατήρησή της «προϋποθέτει τη συνέχιση της συνετής δημοσιονομικής πολιτικής μαζί με την εμβάθυνση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων».

Έτσι, η τρέχουσα εικόνα είναι ανάπτυξη, πλεονάσματα και απομόχλευση χρέους, αλλά η EDS σημειώνει ότι το επόμενο στάδιο θα είναι πιο δύσκολο καθώς το ταμείο ανάκαμψης έχει πλέον ολοκληρωθεί και οι διεθνείς κίνδυνοι παραμένουν αυξημένοι. Το κύριο μήνυμα της έκθεσης είναι ότι η οικονομία έχει σημειώσει πρόοδο, αλλά «η πιο σημαντική πρόκληση είναι να διατηρηθεί η αναπτυξιακή δυναμική τα επόμενα χρόνια».

Οι απειλές επιστρέφουν ή εμφανίζονται

Παρά τη θετική εικόνα για τα δημόσια οικονομικά, την οικονομική ανάπτυξη και τη μείωση του χρέους, η έκθεση προειδοποιεί ότι οι επόμενες ημέρες θα αντιμετωπίσουν σημαντικές προκλήσεις.

Σύμφωνα με την έκθεση, η ελληνική οικονομία παραμένει ισχυρή, με το ΑΕΠ να αυξάνεται κατά 2% σε ετήσια βάση το πρώτο τρίμηνο του 2026, έναντι μόλις 0,3% στη ζώνη του ευρώ, ενώ οι βασικές εκτιμήσεις για ολόκληρο το έτος δείχνουν ρυθμό ανάπτυξης 1,9%, έναντι 2% στην προηγούμενη πρόβλεψη. Η προσαρμογής είναι μικρή αλλά σημαντική γιατί αντικατοπτρίζει το γεγονός ότι το διεθνές περιβάλλον γίνεται πιο περίπλοκο και αβέβαιο.

Η έκθεση βλέπει δύο βασικούς παράγοντες πίσω από αυτά τα αποτελέσματα: την ιδιωτική κατανάλωση και τα έσοδα από τα ταξίδια. Τα έσοδα από τον ΦΠΑ αυξήθηκαν κατά 1,12 δισ. ευρώ, εν μέρει λόγω της έντονης τουριστικής κίνησης και εν μέρει της αυξημένης κατανάλωσης. Με απλά λόγια, η οικονομία συνεχίζει να παράγει έσοδα και να υποστηρίζει τα δημόσια οικονομικά, αλλά αυτό από μόνο του δεν αρκεί για να διασφαλίσει τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα.

Η πιο ξεκάθαρη προειδοποίηση της έκθεσης είναι αυτή που ακολουθεί. Όπως σημειώνεται, «μετά το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RESF), καθίσταται κρίσιμο να χρησιμοποιηθούν όλοι οι διαθέσιμοι ευρωπαϊκοί πόροι, εκτός από την προσέλκυση εναλλακτικών μεθόδων χρηματοδότησης επενδύσεων σε τεχνολογίες αιχμής».

Ως εκ τούτου, το Συμβούλιο προτρέπει «ο πρόσθετος δημοσιονομικός χώρος να χρησιμοποιηθεί με σύνεση και να επικεντρωθεί πρωτίστως σε πολιτικές που ενισχύουν τη μακροπρόθεσμη αναπτυξιακή δυναμική της χώρας». Στην πράξη προτείνει παρεμβάσεις όπως η μείωση του κόστους της μισθωτής εργασίας και φορολογικά κίνητρα για επενδύσεις σε κλάδους με υψηλή προστιθέμενη αξίας.

Το χρέος είναι εδώ

Η έκθεση τονίζει ότι το χρέος παραμένει η «αχίλλειος πτέρνα» του μέλλοντος. Τονίζει ότι η αποκλιμάκωση είναι προφανής, αλλά το υψηλό χρέος είναι μια από τις βασικές αδυναμίες της οικονομίας, ειδικά σε συνθήκες αυξημένης αβεβαιότητας, γεωπολιτικών εντάσεων και μεταβαλλόμενων συνθηκών χρηματοδότησης.

Ποιο είναι το προβληματισμός; Η βελτίωση της εικόνας της δεν σημαίνει ότι η χώρα δεν είναι πλέον ευάλωτη σε μελλοντικούς κραδασμούς.

Ειδικά:

· στα τέλη του 2025, η χώρα εξακολουθεί να χρωστάει περίπου 220 δισεκατομμύρια ευρώ στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, που είναι επί του παρόντος περίπου το 88% του ΑΕΠ και περίπου το 55% του χρέους της κεντρικής κυβέρνησης.

· το ποσό αυτό πρέπει να αποπληρωθεί πλήρως, σε άνισες ετήσιες δόσεις, έως το 2070.

· Η Ελλάδα έχει το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό τόκων δαπανών στη ζώνη του ευρώ, μετά την Ιταλία. «Το ποσοστό του ΑΕΠ που διατίθεται για την υπηρεσία των τόκων του δημόσιου χρέους είναι παρόμοιο με αυτό που διατίθεται στις αμυντικές δαπάνες (πρόσφατα περίπου 3,2% του ΑΕΠ), αν και ήταν ακόμη υψηλότερο τα προηγούμενα χρόνια», αναφέρει η έκθεση.

· Η αύξηση των επιτοκίων των νέων κρατικών δανείων θα μπορούσε να επιδεινώσει την κατάσταση.

Επιπλέον, ως {αποτέλεσμα} αυτών των πληρωμών τόκων, το ισοζύγιο του γενικού προϋπολογισμού, δηλαδή το αρχικό δημοσιονομικό υπόλοιπο συν τους τόκους του δημόσιου χρέους, μπορεί να μετατραπεί από πλεόνασμα σε έλλειμμα – αν και αυτά τα ελλείμματα θα είναι σημαντικά μικρότερα από ό,τι στις χώρες της ζώνης του ευρώ.

Επομένως, παρά τη σημαντική μείωση του δημόσιου χρέους, οι συμβάσεις αποπληρωμής των δανείων που προκύπτουν από τα τρία μνημόνια δείχνουν ότι η Ελλάδα θα αναγκαστεί να «παράγει» συστηματικά πρωτογενή πλεονάσματα τις επόμενες δεκαετίες. Το ύψος τους, σύμφωνα με τις συστάσεις της Κομισιόν, θα πρέπει να ανέρχεται περίπου στο 2% του ΑΕΠ κατά μέσο όρο, γεγονός που αποτελεί πρόκληση για την ελληνική οικονομία.

Στην ίδια λογική ακολουθούν και οι ανησυχίες για δομικές αδυναμίες. Η έκθεση αναφερόταν στη χαμηλή παραγωγικότητα, στην υψηλή ανεργία των νέων, αλλά και στην πίεση που ασκεί ο πληθωρισμός. Χαρακτηριστικά, ο συνολικός πληθωρισμός στην Ελλάδα ήταν 4,9% τον Μάιο, πάνω από τον μέσο όρο της ευρωζώνης 3,2%, που, όπως σημειώνεται, διαβρώνει την ανταγωνιστικότητα και επιβαρύνει το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.