ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ

ΜΦ: Πέφτει η ζήτηση για στεγαστικά δάνεια – SOS λόγω των υψηλών επιτοκίων

Τι αναφέρει η έκθεση χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της Τράπεζας της Ελλάδος για τα δάνεια και τα νοικοκυριά

Η ζήτηση για διαμερίσματα μειώνεται δάνεια, που επιβαρύνθηκαν από την επιθετική σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ, με κύριο βάρος της αύξησης να πέφτει στα μακροπρόθεσμα στεγαστικά δάνεια. Αυτό προκύπτει από την πρώτη ανάγνωση της Έκθεσης Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της Τράπεζας της Ελλάδος.

Ιδιαίτερα ενδιαφέροντα παρουσιάζουν τα ευρήματα σχετικά με την ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, καθώς η κεντρική τράπεζα θέλει να έχει εικόνα για τη ικανότητα εξυπηρέτησης των δανείων.

Επιτόκια: Οι καταθέτες αναλύουν τις αποδόσεις

Η ονομαστική αύξηση του εισοδήματος οφείλεται στην οικονομική ανάπτυξη ιδεών και στην αύξηση της απασχόλησης.

Μάλιστα, οι αυτοαπασχολούμενοι, που συνέβαλαν σημαντικά στην ανάπτυξη ιδεών, μπορεί να μετέφεραν υψηλό πληθωρισμό στις τιμές των υπηρεσιών τους, ενώ δευτερεύουσας σημασίας είναι η αύξηση των μισθών των εξαρτημένων εργαζομένων ανά εργαζόμενο.

Ανάπτυξη ιδεών της πιστωτικής κατάστασης

Σύμφωνα με την Έκθεση, το τρίτο τρίμηνο του 2023, η ζήτηση για στεγαστικά δάνεια μειώθηκε, ενώ η ζήτηση για καταναλωτικά και λοιπά δάνεια δεν άλλαξε καθ’ όλη τη διάρκεια του 2023.

Ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής της χρηματοδότησης των νοικοκυριών από τις ελληνικές τράπεζες παρέμεινε αρνητικός το 2022 και όλο το 2023. Η χρηματοδότηση των νοικοκυριών ως ποσοστό του ακαθάριστου διαθέσιμου εισοδήματός τους μειώθηκε στο 27% τον Μάρτιο του 2023 από 28,1% τον Δεκέμβριο του 2022.

Όσον αφορά την προσφοράς δανείου, τα τραπεζικά ιδρύματα δεν άλλαξαν τους όρους χορήγησης δανείων καθ’ όλη τη διάρκεια του 2023. Όσον αφορά την απόρριψη καταναλωτικών και λοιπών δανείων, αυτή έγινε το πρώτο τρίμηνο του 2023 και η κατάσταση σταθεροποιήθηκε τα επόμενα τρίμηνα.

Κίνδυνος επιτοκίου

Η επιθετική σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής αντανακλάται στο μέσο επιτόκιο των υπολοίπων των δανείων, το οποίο αυξήθηκε κατά 207 μονάδες βάσης, ή 2,07%. Η μεγαλύτερη επιβάρυνση ήταν τα μακροπρόθεσμα στεγαστικά δάνεια. Ειδικότερα, το μέσο επιτόκιο των υφιστάμενων υπολοίπων στεγαστικών δανείων με διάρκεια άνω των 5 ετών αυξήθηκε κατά 226 μονάδες βάσης (Σεπτέμβριος 2023: 4,4%, Ιούλιος 2022: 2,2%), ενώ για στεγαστικά δάνεια με διάρκεια από ένα έως πέντε χρόνια αυξήθηκε μόνο κατά 127 μονάδες βάσης (Σεπτέμβριος 2023: 5,2%, Ιούλιος 2022: 3,9%).

Η αύξηση του μέσου επιτοκίου στα υφιστάμενα υπόλοιπα καταναλωτικών και λοιπών δανείων επηρεάστηκε και από τη διάρκεια του δανείου. Συνολικά, η αύξηση ήταν 69 μονάδες βάσης για δάνεια με διάρκεια έως ένα έτος, 118 μονάδες βάσης για δάνεια με διάρκεια μεγαλύτερη από ένα έως πέντε έτη και 170 μονάδες βάσης για δάνεια με διάρκεια μεγαλύτερη των πέντε ετών.

Οι τόκοι ως ποσοστό του μέσου ακαθάριστου διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών παρουσίασαν σημαντική αύξηση το 2023 για τα στεγαστικά δάνεια λόγω της αύξησης των επιτοκίων των υφιστάμενων δανείων, ενώ για τα καταναλωτικά και άλλα δάνεια παρέμειναν σχεδόν αμετάβλητα.

Κίνδυνος για το εισόδημα

Το εισόδημα των νοικοκυριών, όπως είναι προφανές, είναι ένας σημαντικότητα παράγοντας που εξετάζει η Τράπεζα της Ελλάδος για να έχει μια ιδέα για τη ικανότητα εξυπηρέτησης των δανείων. Αν και η έκθεση της κεντρικής τράπεζας περιέχει στοιχεία και για το τρίτο τρίμηνο του τρέχοντος έτους, όσον αφορά τα έσοδα αντλεί στοιχεία από την ΕΛΣΤΑΤ, η οποία καλύπτει το πρώτο τρίμηνο.

Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά, τα ονομαστικά διαθέσιμα εισοδήματα αυξήθηκαν κατά 11,3% σε ετήσια βάση, ενώ τα πραγματικά εισοδήματα αυξήθηκαν κατά 5,8%.

Ωστόσο, οι παρατηρήσεις στην άνω ακτινογραφία είναι ενδιαφέρουσες. Ο κύριος λόγος για την αύξηση του ονομαστικού εισοδήματος είναι κυρίως η συνεισφορά του εισοδήματος των αυτοαπασχολούμενων, η οποία οφείλεται εν μέρει στην οικονομική ανάκαμψη, αλλά και, όπως έγραφε η έκθεση, «από τη μετάδοση του υψηλού πληθωρισμού σε σχέσης με οι τιμές των υπηρεσιών ελεύθερων επαγγελματιών».

Τέλος, όσον αφορά την εξαρτημένη απασχόληση, η αύξηση αυτή οφείλεται κατά κύριο λόγο στην αύξηση της απασχόλησης και «δευτερευόντως στην αύξηση των μισθών των εξαρτημένων εργαζομένων ανά εργαζόμενο».

Leave a comment