Πώς πυροδότησε τη συζήτηση ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ Στέφανος Κασελάκης
Παρά την πολιτική αντίθεση και μια ισχυρή, παρασκηνιακή αφετηρία, το λεγόμενο Το «μαξιλάρι» που άφησε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ ως κληρονομιά στη Νέα Δημοκρατία μπορεί να παίξει ρόλο στην ελληνική κρίση χρέους.
Η κατάσταση των μετρητών και των καταθέσεων του τομέα των δημοσίων οικονομικών, τα λεγόμενα «μαξιλάρι», ανέρχεται σήμερα σε περίπου 38 δισ. ευρώ και γεννήθηκε μετά τον Αύγουστο του 2018 βασικά χάρη σε δάνεια. Εξ ου και η κριτική εκείνη την περίοδο, όπου το θέμα επανήλθε σε πολιτικό {επίπεδο} λόγω των αρνητικών σχολίων του νυν προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ Στέφανου Κασελάκη για τις αποφάσεις που ελήφθησαν τότε.
Handelsblatt: Το χρέος της Ελλάδας πέφτει
Το «μαξιλάρι» των 37 δισ. ευρώ και ο ΣΥΡΙΖΑ
«Το μαξιλάρι των 37 δισ. ευρώ που άφησε ο κ. Τσακαλώτος ήταν η πιο αξιομνημόνευτη απόφασης της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ», υποστήριξε πριν λίγες μέρες ο Στέφανος Κασελάκης και πρόσθεσε ότι «ο πρώην υπουργός θα μπορούσε να διαθέσει μέρος αυτού του ποσού για την κάλυψη κοινωνικών αναγκών». Απαντώντας στον κ. Κασελάκη, ο πρώην υπουργός Ανάπτυξης του ΣΥΡΙΖΑ Γιώργος Σταθάκης είπε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ επέλεξε αυτή τη επίλυση και απέφυγε το ΔΝΤ.
«Αναρωτιέμαι γιατί κάποιος θέτει ξανά αυτό το θέμα χωρίς να έχει ιδέα για τα 37 δισεκατομμύρια και τι ρόλο έπαιξε στην καθαρή έξοδο της χώρας από το ΜΣ. Φυσικά και προφανώς ήταν συκοφαντία κατά του Τσακαλώτου, αλλά είναι και ανοησία. Αυτή η ομάδα λαϊκιστών μίλησε για 37 δισεκατομμύρια και πρότεινε να κρατηθούν 30 δισεκατομμύρια και να δοθούν 7 δισεκατομμύρια στους ανθρώπους για να κερδίσουν τις εκλογές. Άλλωστε ήταν ανοησία», είπε το MEGA. Στη συνέχεια η ΝΔ έκανε ανάλογες επικρίσεις, κάνοντας επιπλέον λόγο για «υπερφορολόγηση» του ΣΥΡΙΖΑ για την επίτευξη στόχων πλεονάσματος.
Ο κ. Ευκλείδης Τσακαλώτος έθεσε το θέμα αυτό -όπως και το θέμα της υπερβολής προς τον ΣΥΡΙΖΑ- σε ανάρτησή του μεταξύ άλλων: «Μαθαίνω τώρα ότι η πατριωτική αριστερά, χωρίς αναλύσεις που μπερδεύουν τον κόσμο, δεν χρειάζεται αναδιανομή. φόροι για τη στήριξη του κράτους πρόνοιας».
Επίσης, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και νυν διευθυντής της Κεντρικής Επιτροπής, κ. Γιάννης Δραγασάκης, με ανάρτησή του στο Facebook καταδίκασε τον κ. Κασελάκη για «υπονόμευση των συλλογικών προσπαθειών του ΣΥΡΙΖΑ το 2015-2019 υπό την ηγεσία και τη θέση του πρωθυπουργού. Υπουργού Αλέξη Τσίπρα», που «έσωσε τη χώρα και αποτελεί ιστορική παρακαταθήκη και κληρονομιά της αριστεράς για το μέλλον».
Σύνθεση
Η σύνθεση του αποθεματικού ρευστότητας ύψους 37 δισ. ευρώ το 2019 είχε ως εξής:
– Περίπου 16 δισ. ευρώ από το δάνειο του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM) που συνδέεται με το τρίτο Μνημόνιο.
-14 δισ. ευρώ από δάνεια ιδιωτικής αγοράς
– 7 δισ. ευρώ από τους διαθέσιμους πόρους των Ταμείων. Το 2015, οι διαθέσιμοι πόροι των Ταμείων ανήλθαν σε 2,6 δισ. ευρώ. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα Ταμεία επιχορηγούνται από το κράτος ύψους 16 δισ. ευρώ ετησίως και η συνολική δαπάνη για συντάξεις είναι 25 δισ. ευρώ.
Σήμερα το δημόσιο χρέος όλων των φορέων του Δημοσίου ανέρχεται σε 357 δισ. ευρώ και το δημόσιο χρέος στα 404,7 δισ. ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι 37 δισ. ευρώ θα μπορούσαν να μειώσουν σχηματικά το χρέος στα 320 δισ. ευρώ.
VS Μαξιλάρι “Προειδοποιητικής Πιστωτικής Γραμμής”.
Η στάση του ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στην κριτική της ΝΔ τότε βασιζόταν στο επιχείρηματα ότι το «μαξιλάρι» ήταν η προτιμώμενη επιλογής έναντι της «συνετής πιστωτικής γραμμής» γιατί, σύμφωνα με την τότε κυβέρνηση, θα συνοδευόταν από τέταρτο μνημόνιο.
Δεδομένου ότι η Ελλάδα είναι επενδυτικής βαθμίδας σύμφωνα με το DBRS και το S&P, και εφόσον λάβει την ετυμηγορία του Fitch την 1η Δεκεμβρίου, τα ελληνικά ομόλογα θα βαθμολογούνται ως «επενδυτικός βαθμός» και ο ESM (που είναι ο επίσημος ευρωπαϊκός δανειστής της χώρας) θα μπορεί να δημοσιεύει Λογαριασμός αξίας 15,7 δισ. ευρώ.
Η Ελλάδα πέτυχε πράγματι {αξιολόγηση} επενδυτικής βαθμίδας από δύο από τους τέσσερις οίκους αξιολόγησης που έγιναν δεκτοί από την ΕΚΤ. Με την άνοδο των S&P και DBRS, τα ελληνικά ομόλογα βρίσκονται πλέον στο ραντάρ των μακροπρόθεσμων επενδυτών, που μέχρι πρόσφατα -και από την κρίση του 2010- θεωρούνταν «σκουπίδια». Ωστόσο, χρειάζεται μια ακόμη εξέλιξη για να ενταχθούν σε παγκόσμιους δείκτες ομολόγων. Είτε Fitch (1 Δεκεμβρίου) είτε Moody’s.
Αυτό θα οδηγήσει στη συνέχεια σε περαιτέρω εισροές κεφαλαίων σε ελληνικούς τίτλους και μετοχές ελληνικών εταιρειών καθώς ενισχύεται η εμπιστοσύνη στην Ελλάδα. Διεθνείς οικονομολόγοι εκτιμούν ότι με την τελική αύξηση, το spread του ελληνικού 10ετούς ομολόγου έναντι του γερμανικού θα μειωθεί στις 130 μονάδες το 2024.
Ποιος κρατάει το μαξιλάρι;
Θεωρητικά, μετά την έξοδο της Ελλάδας από την ενισχυμένη επιτήρηση πέρυσι, αυτό το «μαξιλάρι» θα μπορούσε να εφαρμοστεί. Ωστόσο, χωρίς η Ελλάδα να λάβει επενδυτική βαθμίδα, η χρήση πόρων απόσβεσης θα μπορούσε να εγείρει ερωτήματα σχετικά με την {αξιοπιστία} της ελληνικής οικονομίας. Για ένα δάνειο συνήθως απαιτείται πράσινο φως από τον ESM.
Αυτό σημαίνει ότι το «μαξιλάρι» μπορεί να χρησιμοποιηθεί -αν λάβει επενδυτικό βαθμό Fitch και έγκριση ESM- για σταδιακή αποπληρωμή του χρέους.
Να σημειωθεί ότι η περίοδος χάριτος για τα μνημονιακά δάνεια ύψους 100 δισ. ευρώ λήγει το 2032. Αφορούν δάνεια από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF) και μετά το 2032 ξεκινούν οι αποπληρωμές τόκων.
Ο δείκτης χρέους θα συνεχίσει να μειώνεται και να φθάσει στο 148% του ΑΕΠ έως το τέλος του 2025. Ακόμη και αν αυξηθούν τα επιτόκια της αγοράς, το μεγαλύτερο μέρος του χρέους θα παραμείνει σταθερό. Οι επιστροφές λοιπόν αφορούν νέα δάνεια που αναμένεται να δανειστεί η Ελλάδα από τις αγορές, με τα μέχρι στιγμής σχέδια να δείχνουν ότι ο ODDIX θα αντλήσει 7 δισ. ευρώ.
Προβλέψεις μέχρι το 2025
Το πρωτογενές πλεόνασμα αναμένεται να ανέλθει στο 1,1% του ΑΕΠ φέτος, με προοπτική να αυξηθεί στο 2,5% και στο 2,6% του ΑΕΠ το 2024 και το 2025, αντίστοιχα.
Σύμφωνα με τις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (φθινόπωρο 2023), ο λόγος του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ θα μειωθεί κυρίως λόγω της αύξησης του ονομαστικού ΑΕΠ, αλλά και με τη βοήθεια πρωτογενών πλεονασμάτων. Ο ρυθμός αυτός αναμένεται να μειωθεί στο 160,9% το 2023, στο 151,9% το 2024 και στο 147,9% το 2025. Συνολικά, η μείωση του χρέους σε τρία χρόνια θα ανέλθει στο 25% του ΑΕΠ.
Έτσι, στο τέλος του 2022, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ της Ελλάδας ήταν περίπου 170% του ΑΕΠ και οι αγορές αναμένουν ότι η κυβέρνηση θα επιτύχει πρωτογενές πλεόνασμα 2% το 2024.

