Οι αποφάσεις για τα επιτόκια επηρεάζουν την κερδοφορία των τραπεζών
Τα βλέμματα των τραπεζικών διοικήσεων θα είναι στραμμένα σήμερα στη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) στη Φρανκφούρτη.
Η {διατήρηση} των επιτοκίων στο σημερινό {επίπεδο} θα μπορούσε να είχε προεξοφληθεί, αλλά για πρώτη φορά μετά τις τελευταίες ανακοινώσεις για επιβράδυνση του πληθωρισμού στην ευρωζώνη, η επικεφαλής της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, θα σχολιάσει τις προθέσεις του οργανισμού για τις επόμενες αποφάσεις του. .
Bank of America: «Βλέπει» αυξημένες πιθανότητες μείωσης των επιτοκίων τον Απρίλιο του 2024
Η αγοράστρια αυτή τη στιγμή ποντάρει σε πιο επιθετική μείωση του κόστους χρήματος στην ευρωζώνη, ακόμη και το πρώτο εξάμηνο του επόμενου έτους, αν και προς το παρόν καμία δημόσια τοποθέτηση αξιωματούχου της Eurobank δεν δείχνει σήμα προς αυτή την κατεύθυνση.
Μάλιστα, εγχώριες τραπεζικές πηγές θεωρούν υπερβολικές τις προβλέψεις των αναλυτών για ταχεία χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής, εκτιμώντας ότι τα επιτόκια δεν θα επιστρέψουν γρήγορα στη ζώνη του 2%-2,5%.
Επιπτώσεις στα έσοδα
Ωστόσο, οι όποιες αποφάσεις αναμένεται να έχουν άμεσο αντίκτυπο στην κερδοφορία των ελληνικών τραπεζών τα επόμενα χρόνια.
Και αυτό γιατί, δεδομένου ότι η συντριπτική πλειοψηφία των δανειοληπτών συνεχίζει να αποπληρώνει τις δόσεις που αυξήθηκαν τον τελευταίο χρόνο, η {διατήρηση} των επιτοκίων σε υψηλά επίπεδα ευνοεί την οργανική κερδοφορία των εγχώριων ομίλων.
Δεν είναι τυχαίο ότι τα φετινά καθαρά έσοδα από τόκους αναμένεται να είναι ετήσια αύξηση 60%, παρά τη χαμηλή δυναμική των δανείων, ως {αποτέλεσμα} των αυξημένων πρόωρων αποπληρωμών από φερέγγυους πελάτες.
«Όσο αργότερα η ΕΚΤ αρχίσει να μειώνει τα επιτόκια, τόσο πιο σίγουροι θα είμαστε για την κερδοφορία της επόμενης περιόδου», τονίζει η τραπεζική πηγή.
«Επιπλέον», προσθέτει, «όταν ξεκινήσει η εκκαθάριση, οι τράπεζες θα επικεντρωθούν στην αύξηση των εκταμιεύσεων για νέα δάνεια για να αντισταθμίσουν την αναπόφευκτη απώλεια εισοδήματος από τα υπάρχοντα υπόλοιπα».
Αναλήψεις χρημάτων
Σημειώνει, ωστόσο, ότι παρά την αύξηση του κόστους δανεισμού από το καλοκαίρι του 2022, οι πωλήσεις στον τομέα των δανείων κινήθηκαν σε απόλυτα ικανοποιητικό {επίπεδο} φέτος.
Ως συνήθως, λέει, μέσα σε εννέα μήνες ανήλθαν σε περίπου 26 δισ. ευρώ. «Ωστόσο, όταν έχεις αποπληρωμές 25 δισεκατομμυρίων ευρώ σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, είναι εξαιρετικά δύσκολο να επιτύχεις υψηλό ρυθμό αύξησης των περιουσιακών σου στοιχείων», εξηγεί η ίδια πηγή.
Οι προβλέψεις για το επόμενο έτος είναι θετικές καθώς η ελληνική οικονομία αναμένεται να αναπτυχθεί με ταχύτερους ρυθμούς, με γνώμονα τις επενδύσεις.
Οι τράπεζες λοιπόν θα έχουν την ευκαιρία να διευρύνουν τα συνειδητά χαρτοφυλάκια τους χρηματοδοτώντας επιχειρηματικά σχέδια, χρησιμοποιώντας ως όπλο τα υψηλά αποθέματα ρευστότητας που διατηρούν.
Σημαντικό ρόλο προς αυτή την κατεύθυνση αναμένεται να διαδραματίσουν οι δραστηριότητες του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, καθώς και άλλα αναπτυξιακά εκπαιδευτικά προγράμματα που χρηματοδοτούνται από ευρωπαϊκά κονδύλια.
«Μαξιλάρι» ιζημάτων
Επιπλέον, ένας αναλυτής που παρακολουθεί τον κλάδο υποστηρίζει ότι ακόμη και όταν αρχίσουν οι μειώσεις των επιτοκίων, τα δανειστικά ιδρύματα θα έχουν ένα ακόμη όπλο στη φαρέτρα τους για να αντιμετωπίσουν τις επιπτώσεις των μειωμένων εσόδων από τα παλιά δάνεια.
Μιλάμε για καταθέσεις για τις οποίες θα μπορούσαν να μειωθούν τα ισχύοντα επιτόκια ανάλογα με την προοδευτικότητα των δεικτών παρέμβασης της ΕΚΤ και του EURIBOR.
Με αυτόν τον τρόπο, οι τράπεζες εξισορροπούν την κατάσταση μειώνοντας τα έξοδα τόκων στον επιθυμητό βαθμό.
Εξάλλου, η ζήτηση για ακριβότερες προθεσμιακές καταθέσεις, που αποτελεί το μεγαλύτερο μέρος των εξόδων τους, παραμένει προς το παρόν χαμηλή.
Αυτό λειτουργεί προς όφελος του επιχειρηματικού τους σχεδιασμού, διότι, αφενός, μειώνει την ανάγκης προσφοράς υψηλών κερδών στους αποταμιευτές και, αφετέρου, ευνοεί την προώθηση επενδυτικών και τραπεζοασφαλιστικών προγραμμάτων που παράγουν έσοδα από προμήθειες.
Πρόκειται για έναν τομέα στον οποίο ο ανταγωνισμός θα ενταθεί σημαντικά το 2024 και η προώθηση των υπηρεσιών διαχείρισης μετρητών ακόμη και μεταξύ πελατών με μικρές καταθέσεις έως 5.000 ευρώ θα είναι ένα πολύ σημαντικό θέμα για τις τραπεζικές διοικήσεις.

