Τι ζητάει η κυβέρνηση και οι επιχειρήσεις;
Στην ενδιάμεση έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος για την ελληνική οικονομία, ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας ζητά να επισημανθεί η απληστία του πληθωρισμού που οδηγείται από τα εταιρικά κέρδη. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι τα υψηλά κέρδη οδηγούν τις τιμές ακόμη υψηλότερες σε ένα περιβάλλον αυξημένης ακρίβειας. Μάλιστα, ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας ζητά αυξημένους ελέγχους για την καταπολέμηση της κερδοσκοπίας, στέλνοντας έτσι σήμα στην κυβέρνηση.
Όπως αναφέρεται στην έκθεση, οι εταιρείες θα πρέπει να μειώνουν τα περιθώρια κέρδους όποτε είναι δυνατόν για να αποφευχθεί το φαινόμενο του «πληθωρισμού κέρδους». Βραχυπρόθεσμα, είναι απαραίτητο να ενισχυθεί ο έλεγχος των αρμόδιων ελεγκτικών μηχανισμών και της Επιτροπής Ανταγωνισμού, προκειμένου να αποφευχθούν οι κερδοσκοπίες και οι ολιγοπωλιακές πρακτικές. Μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, είναι απαραίτητο να ενισχυθεί ο ανταγωνισμός στις αγορές προϊόντων με την άρση όλων των τύπων ρυθμιστικών εμποδίων στον ανταγωνισμό, προκειμένου να διευκολυνθεί η είσοδος νέων εταιρειών στην αγοράστρια. Ταυτόχρονα, οι αυξήσεις των μισθών, οι οποίες αυξάνονται λόγω της σύσφιξης της αγοράς εργασίας, θα πρέπει να είναι τέτοιες που να καλύπτουν την απώλεια της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων, χωρίς να δημιουργείται σπείρα αυξήσεων μισθών και τιμών που θα οδηγούσαν επίσης σε επιδείνωση της ανταγωνισμός.
ΓΣΕΕ: πτώση 0,2% στους πραγματικούς μισθούς, 5,9% στα εταιρικά κέρδη.
Η εξέλιξη των κερδών
Πώς ήταν όμως τα εταιρικά κέρδη; Σύμφωνα με την έκθεση της ΤτΕ, το πρώτο τρίμηνο του 2023, οι καλές επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας, ιδίως του τουρισμού, τα μέτρα δημοσιονομικής πολιτικής για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης, καθώς και οι πληθωριστικές πιέσεις συνέβαλαν στη {διατήρηση} της υψηλής κερδοφορίας των επιχειρήσεων. Ειδικότερα, το μερίδιο των καθαρών κερδών (που ορίζεται ως ο λόγος του καθαρού λειτουργικού πλεονάσματος προς την καθαρή προστιθέμενη αξίας και εκφράζει την υγεία του εταιρικού τομέα σε όρους λειτουργικών κερδών) το πρώτο τρίμηνο του 2023 παρέμεινε σημαντικά υψηλότερο (28%) σε σύγκριση με το προπανδημικό {επίπεδο} το 2019. (24,9%). Ωστόσο, παρέμεινε στο μέσο {επίπεδο} από το 2017-2019. Ας σημειωθεί ότι μετά την αύξηση που καταγράφηκε τον πρώτο χρόνο της πανδημίας, το μερίδιο των καθαρών κερδών των επιχειρήσεων παρέμεινε σε υψηλό {επίπεδο} τόσο το 2021 (33,7%) όσο και το 2022 (33,2%) και τα επόμενα έτη φαίνεται πτώση.
Πώς εξηγείται η δυναμική;
Επιπλέον, η αύξηση των μεριδίων των κερδών των εταιρειών τον πρώτο χρόνο της πανδημίας και η μετέπειτα δυναμική τους επηρεάστηκαν από συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και συνθήκες που αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο της πανδημίας και στη συνέχεια της ενεργειακής κρίσης. Το φαινόμενο αυτό έχει παρατηρηθεί σε όλη την Ευρώπη αλλά και στην Ελλάδα. Πιο συγκεκριμένα, και σύμφωνα με όλα στην έκθεση, τα κυβερνητικά εκπαιδευτικά προγράμματα διατήρησης θέσεων εργασίας έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην άνοδο των μεριδίων κερδών κατά το πρώτο έτος της πανδημίας, απορροφώντας μεγάλο μέρος της οικονομικής αναστάτωσης υποστηρίζοντας επιχειρήσεις και νοικοκυριά.

Η μετέπειτα {διατήρηση} του μεριδίου των εταιρικών κερδών σε υψηλό {επίπεδο} μπορεί να εξηγηθεί από πολλούς παράγοντες, όπως: α) η ισχυρή ζήτηση, η οποία υπερέβη την περιορισμένη προσφοράς σε ορισμένους τομείς της οικονομίας (τρόφιμα, βιομηχανικά αγαθά), β) η συσσώρευση της αποταμίευσης των νοικοκυριών κατά τη διάρκεια της πανδημίας, η οποία τροφοδότησε τη δυναμική της καταναλωτικής ζήτησης, (γ) το επικρατούν ιδιαίτερα πληθωριστικό περιβάλλον, στο οποίο υπήρξε έντονη αύξηση των τιμών των παραγόντων παραγωγής (π.χ. το κοστούς της εισαγόμενης ενέργειας), περαιτέρω αυξανόμενες προσδοκίες πληθωριστική πίεση και δυνητικά διευκολύνοντας τις επιχειρήσεις να μετακυλίσουν αυξημένο κοστούς στους καταναλωτές.
Συνέπειες για τις τιμές
Ως εκ τούτου, κατά τη διάρκεια και μετά την πανδημική κρίση, η δύναμη των εταιρειών να διαμορφώνουν τις τιμές των προϊόντων τους προτιμάται ιδιαίτερα σε τομείς που χαρακτηρίζονται από χαμηλό βαθμό ανταγωνιστικότητας και αντιμετωπίζουν υπερβολική ζήτηση με περιορισμένη προσφοράς. Πρόσφατη μελέτη της ΕΚΤ για ολόκληρη τη ζώνη του ευρώ δείχνει ότι το δεύτερο εξάμηνο του 2022, η αύξηση των τιμών των επιχειρήσεων στη ζώνη του ευρώ κάλυψε περισσότερο την αύξηση του κόστους τους και συνέβαλε αποφασιστικά στην επιτάχυνση του εγχώριου πληθωρισμού (πληθωρισμός κερδών).
Ωστόσο, σύμφωνα με την έρευνας των Hansen et al. (2023), σημαντική αύξηση των κερδών των επιχειρήσεων στην Ευρώπη χαρακτηρίζει μόνο το 2021, έτος κατά το οποίο η αύξηση των τιμών από την πλευρά των επιχειρήσεων υπερέβη την αύξηση του κόστους της εισαγόμενης ενέργειας. Από το 2022, η τάση αυτή τελειώνει ή και αντιστρέφεται, γεγονός που καθιστά δύσκολη την εξαγωγή συμπερασμάτων για την κερδοφορία των επιχειρήσεων σε συνθήκες μεγάλων αλλαγών στο κοστούς.
Ωστόσο, το ακαθάριστο λειτουργικό πλεόνασμα των ελληνικών επιχειρήσεων σε ονομαστικούς όρους αυξήθηκε με βραδύτερο ρυθμό το πρώτο τρίμηνο του 2023, κατά 4,5% (έναντι 33,2% το πρώτο τρίμηνο του 2022). Η προοδευτικότητα αυτή οφείλεται κυρίως στην αύξηση της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας κατά 8,1%, παρά την αύξηση των εσόδων από εξαρτημένη απασχόληση κατά 8,9%. Ωστόσο, η συνιστώσα «φόροι μείον επιδοτήσεις παραγωγής» είχε αρνητική συμβολή, καθώς το πρώτο τρίμηνο του 2023 υπήρχαν μόνο επιδοτήσεις για τον τομέα της ενέργειας, πολύ χαμηλότερες από αυτές που σχετίζονται με την πανδημία.

