ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ

Alpha Bank: Αναπτυξιακή τροχιά της ελληνικής οικονομίας τον 9ο μήνα του 2023

Τάση ενίσχυσης των επενδύσεων στο αναπτυξιακό μείγμα, εξαιρετικά τουριστικά αποτελέσματα

Η ελληνική οικονομία επέδειξε ιδιαίτερη ανθεκτικότητα το πρώτο εννεάμηνο του 2023, καταγράφοντας έναν από τους υψηλότερους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης (2,2%) μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως τονίζει η Alpha Bank στο τελευταίο Εβδομαδιαίο Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων.

Σύμφωνα με μελέτη του The Economist, η ανοδική πορεία της ελληνικής οικονομίας το 2023 καταδεικνύεται από την πρώτη θέση της χώρας για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά μεταξύ 35 χωρών σε βελτιωμένες επιδόσεις σε πέντε οικονομικούς και χρηματοοικονομικούς δείκτες.

Στο εβδομαδιαίο Δελτίο της, η Alpha Bank αναλύει τις σημαντικότερες τάσεις που εμφανίστηκαν στην ελληνική οικονομία πέρυσι και πώς θα διαμορφωθούν οι προκλήσεις την επόμενη χρονιά.

Γιατί οι επενδυτές ποντάρουν στην Ελλάδα

Μια ισχυρότερη φάση του οικονομικού κύκλου στην Ελλάδα σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη

Αναμένεται ότι ο υψηλότερος ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας σε σχέσης με την ευρωζώνη από το 2019 -με εξαίρεση το πρώτο έτος της πανδημίας- θα συνεχιστεί τόσο το 2023 όσο και το 2024. Συγκεκριμένα, εκτιμάται ότι το ΑΕΠ της χώρας μας στο Το έτος 2023 θα αυξηθεί κατά περίπου 2,2% σε σύγκριση με μόλις 0,6% στη ζώνη του ευρώ, ενώ για το 2024 διεθνείς και εθνικοί οργανισμοί προβλέπουν αύξηση του ΑΕΠ της τάξης του 2%-2,9% έναντι 1,2% στην ευρωζώνη.

Τάση ενίσχυσης των επενδύσεων στο αναπτυξιακό μείγμα

Σε όλο αυτό το διάστημα, η ανάπτυξη ιδεών της ελληνικής οικονομίας βασίστηκε στην ιδιωτική κατανάλωση, η οποία αντιπροσωπεύει πάνω από τα 2/3 του ΑΕΠ της χώρας. Οι επενδύσεις, που έφτασαν στο αποκορύφωμά τους τη διετία 2007-2008, κατέγραψαν σημαντική πτώση τα επόμενα χρόνια τόσο σε απόλυτες τιμές όσο και ως ποσοστό του ΑΕΠ, γεγονός που είχε ως {αποτέλεσμα} επενδυτικό κενό.

Σημειώθηκε εντυπωσιακή βελτίωση κατά τη διετία 2021-2022, ενώ τα μέχρι στιγμής στοιχεία για το 2023 δείχνουν τάση αλλαγής της αναπτυξιακής δομής. Συγκεκριμένα, το πρώτο εννιάμηνο του έτους, οι επενδύσεις αυξήθηκαν κατά 7,4%, συμβάλλοντας τη μεγαλύτερη θετική συμβολή στην οικονομική ανάπτυξη ιδεών και πλησιάζοντας το ήμισυ της αύξησης του ΑΕΠ.

Ταυτόχρονα, το μερίδιο των επενδύσεων στο ΑΕΠ της χώρας αυξήθηκε στο 14,5%, δηλαδή στο υψηλότερο {επίπεδο} από το 2011 (Διάγραμμα 1α), πολύ μακριά από τα επίπεδα πριν από την οικονομική κρίση (2007: 23,2%).

Η συμβολή των επενδύσεων στην οικονομική ανάπτυξη ιδεών αναμένεται να ενισχυθεί τα επόμενα τρία χρόνια μετά την ανάκαμψη της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας σε επενδυτική βαθμίδα, τη σταδιακή αποκλιμάκωση των επιτοκίων -που πιθανότατα θα ξεκινήσει πριν από τα μέσα του 2024- και την πρόσφατη ασφάλιση πρόσθετων πόρων από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RAF). Η συνολική χρηματοδότηση της ΤΑΑ (επιχορηγήσεις και δάνεια) αναμένεται να φτάσει τα 36 δισ. ευρώ έως το 2026 και, σε συνδυασμό με τις δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, θα αποτελέσουν βασικούς πυλώνες των προσπαθειών για την τόνωση της επενδυτικής δραστηριότητας, την κάλυψη μέρους του επενδυτικού κενού και την αλλαγή του αναπτυξιακού μοντέλου της Ελλάδας.

Εξαιρετικά αποτελέσματα στον τουρισμό

Το έτος 2023 αποτελεί, σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, ορόσημο για τον ελληνικό τουρισμό, ξεπερνώντας το ιστορικά υψηλό {αποτέλεσμα} του 2019 σε αφίξεις και εισπράξεις, παρά τις αμφιβολίες που υπήρχαν στην αρχή του έτους, κυρίως λόγω της εξασθένησης του Τα ευρωπαϊκά εισοδήματα των νοικοκυριών λόγω του πληθωρισμού πίεσης. Ειδικότερα, το πρώτο δεκάμηνο του έτους, οι αφίξεις και οι εισπράξεις από διεθνή ταξίδια (συμπεριλαμβανομένων των κρουαζιέρων) ανήλθαν σε 30,9 εκατ. ευρώ και 19,6 δισ. ευρώ (Διάγραμμα 1β), υπερβαίνοντας τα αντίστοιχα αποτελέσματα του 2019 κατά 4,1% και 11%, αντίστοιχα. 6%.

Παράλληλα, θετική είναι και η κατάσταση τον Νοέμβριο, καθώς η επιβατική κίνηση εξωτερικού στον Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών και στα περιφερειακά αεροδρόμια της χώρας ξεπέρασε τα αντίστοιχα αποτελέσματα το 2019. Η επιρροή του τουρισμού στην ελληνική οικονομία έχει πολλαπλή σημασία, διότι μεταξύ άλλων , Κατά τα άλλα, τόνωση τόσο των εξαγωγών υπηρεσιών – αναστέλλοντας τη διεύρυνση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών – όσο και της ιδιωτικής κατανάλωσης. Η επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου, η κατανομή των τουριστικών ροών σε περισσότερες περιοχές, η υλοποίηση νέων έργων υποδομής και η κάλυψη ελλείψεων προσωπικού στα ξενοδοχεία της χώρας θέτουν ορισμένες προκλήσεις που μπορούν ήδη να βελτιώσουν περαιτέρω το τουριστικό προϊόν της χώρας, ενισχύοντάς το, υποσχόμενες προοπτικές.

Πληθωρισμός και νομισματική πολιτική

Μία από τις κύριες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά το 2023 ήταν ο πληθωρισμός, ο οποίος, όπως μετράται με τον Εναρμονισμένο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΕνΔΤΚ), αυξήθηκε πιο μέτρια σε σύγκριση με το 2022, αλλά παρέμεινε υψηλός. Συγκεκριμένα, τους πρώτους έντεκα μήνες του έτους, ο πληθωρισμός ήταν 4,2% έναντι 9,4% την ίδια περίοδο του 2022 και 5,7% του μέσου όρου της ζώνης του ευρώ. Την ίδια περίοδο, ο διαρθρωτικός πληθωρισμός, εξαιρουμένων των τιμών των μη επεξεργασμένων τροφίμων και της ενέργειας, ήταν υψηλότερος (6,5%).

Ο υψηλός πληθωρισμός είναι ένα πανευρωπαϊκό φαινόμενο. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), σε μια προσπάθειας αποκλιμάκωσης, διατήρησε την περιοριστική νομισματική πολιτική που ξεκίνησε το 2022, με περαιτέρω αυξήσεις στα επιτόκια. Το επιτόκιο κύριας αναχρηματοδότησης είναι σήμερα 4,5%, σημειώνοντας αύξηση 200 μονάδων βάσης σε ετήσια βάση και 450 μονάδων βάσης σε σύγκριση με τον Ιούλιο του 2022. Ωστόσο, στις δύο τελευταίες συνεδριάσεις της ΕΚΤ, άφησε τα επιτόκια αμετάβλητα, θεωρώντας ότι το κατάλληλο {επίπεδο} μπορεί να οδηγήσει για την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού. Έχουν δημιουργηθεί μάλιστα προϋποθέσεις για σταδιακή μείωση των επιτοκίων κατά τη διάρκεια του 2024, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα υπάρξουν πρόσθετες διαταραχές στον ενεργειακό τομέα και επομένως θεωρούμε ότι η πτώση των προσδοκιών για τον πληθωρισμό είναι μόνιμη.

Εδραίωση δημοσιονομικής σταθερότητας και επιστροφή σε επίπεδα επενδυτικής βαθμίδας

Μετά την επιστροφή στη δημοσιονομική ισορροπία το 2022, με την επίτευξη τουλάχιστον ενός ελάχιστου πρωτογενούς πλεονάσματος και σημαντικής αποκλιμάκωσης του λόγου χρέους προς ΑΕΠ, το 2023 αναμένεται να χαρακτηριστεί από περαιτέρω βελτίωση της κατάστασης των δημοσίων οικονομικών. Παράγοντες όπως η αυξημένη κατανάλωση, οι ισχυρές τουριστικές επιδόσεις, η ευρεία χρήση ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής και ο πληθωρισμός αυξάνουν τα φορολογικά έσοδα, συμβάλλοντας στο πρωτογενές πλεόνασμα παρά τις δημοσιονομικές παρεμβάσεις που εφαρμόστηκαν κατά τη διάρκεια του έτους για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης και των φυσικών καταστροφών.

Σύμφωνα με τον Προϋπολογισμό του 2024, το πρωτογενές πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης εκτιμάται σε 1,1% του ΑΕΠ (2,6 δισ. ευρώ) το 2023, ενώ ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ θα μειωθεί στο 160,3% (Διάγραμμα 2α), σημειώνοντας σωρευτική μείωση 46 .7 βαθμοί τοις εκατό σε σύγκριση με το 2020, εν μέρει και λόγω της σημαντικής ενίσχυσης του ονομαστικού ΑΕΠ. Σημειώνεται ότι από το νέο έτος θα απενεργοποιηθεί η γενική διορθωτική ρήτρα του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης που υποχρεώνει τις ευρωπαϊκές χώρες να διατηρήσουν τη δημοσιονομική πειθαρχία. Η εκτιμώμενη {διατήρηση} των πρωτογενών πλεονασμάτων και ο αναμενόμενος θετικός ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης διασφαλίζουν περαιτέρω αποκλιμάκωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ. Αυτό, σε συνδυασμό με τα ευνοϊκά χαρακτηριστικά του δημόσιου χρέους (σταθερά και χαμηλά επιτόκια, υψηλή σταθμισμένη μέση διάρκεια), ήταν, μεταξύ άλλων, βασικοί παράγοντες που επέτρεψαν την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμολογίας του χρέους της Ελληνικής Δημοκρατίας από τους οίκους αξιολόγησης S&P και Fitch. μετά από 13 χρόνια.

Ο αντίκτυπος των φυσικών καταστροφών στη μακροοικονομία και τη {διαχείριση} περιβαλλοντικών κινδύνων – μια νέα μεγάλη πρόκληση

Αναμφίβολα, ένα από τα δυσμενέστερα γεγονότα του 2023 ήταν οι καταστροφικές πυρκαγιές και τα ακραία καιρικά φαινόμενα που έπληξαν διάφορες περιοχές της χώρας αυτό το καλοκαίρι. Οι καταστροφικές πλημμύρες στη Θεσσαλία έχουν κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες, καθώς το ΑΕΠ της περιοχής αντιπροσωπεύει διαχρονικά περίπου το 5% του ΑΕΠ της Ελλάδας.

Η καταστροφή των υποδομών, της γεωργικής και ζωικής παραγωγής, καθώς και το γεγονός ότι η γεωργική γη δεν μπορεί να επιστρέψει αμέσως στην προηγούμενη κατάσταση σημαίνει ότι οι αρνητικές επιπτώσεις αυτού του γεγονότος δεν περιορίζονται μόνο βραχυπρόθεσμα, αλλά επεκτείνονται και σε μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη όρος. . Η μείωση του κεφαλαίου που χρησιμοποιείται στην παραγωγική διαδικασία (κτίρια, μηχανές, γη) είναι η σημαντικότερη πρόκληση μακροπρόθεσμα, καθώς επηρεάζει αρνητικά το παραγωγικό {δυναμικό} της οικονομίας και, κατά συνέπεια, τον όγκο της δυνητικής παραγωγής.

Επιπρόσθετα, η αυξανόμενη εμφάνιση καιρικών φαινομένων που προηγουμένως χαρακτηρίζονταν ως «ακραία» ώθησε την κυβέρνηση να προβεί σε προϋπολογισμό 600 εκατ. ευρώ από το 2024 για να καλύψει οριστικά το κοστούς της δημόσιας βοήθειας σε {περίπτωση} φυσικών καταστροφών. Επιπλέον, η Ελλάδα θα λάβει κοινοτικά κονδύλια συνολικού ύψους 2,2 δισ. ευρώ για την αποκατάσταση των ζημιών. Η ενίσχυση των υποδομών της χώρας, η πολιτική προστασία και η πρόληψη αποτελούν σημαντικές προκλήσεις καθώς θα συμβάλουν στον περιορισμό των αρνητικών επιπτώσεων των φυσικών καταστροφών στην ελληνική οικονομία.

Leave a comment