Κρίση επιβίωσης και ακρίβειας στο ράφι τα τελευταία 2,5 χρόνια
Μεγάλο «αγκάθι» για τους πολίτες οι συνεχείς αυξήσεις στις τιμές των τροφίμων, που καταστρέφουν τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς. Η κατάσταση παραμένει εξαιρετικά προβληματική εδώ και 2,5 χρόνια, με {αποτέλεσμα} οι πολίτες να αισθάνονται τις επιπτώσεις στην καθημερινή τους ζωή και η κυβέρνηση του Βορείου Νησιού άργησε να αναλάβει δράση καθ’ όλη τη διάρκεια της κρίσης τιμών.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ που επεξεργάζεται το ΟΤ, οι ανατιμήσεις σημειώνονται με ξέφρενους ρυθμούς, όπως στην {περίπτωση} του ελαιολάδου, η τιμή του οποίου αυξήθηκε κατά μέσο όρο κατά 135,5% από τον Ιούνιο του 2021 έως τον Ιανουάριο του 2024. Όπως φαίνεται από την ανάλυση κειμένου των τιμών του πολλά βασικά προϊόντα έχουν αυξηθεί σημαντικά, δυσκολεύοντας τη ζωή των πολιτών, ιδιαίτερα των φτωχότερων νοικοκυριών που έχουν τις μεγαλύτερες ανάγκες.
Από φρέσκα λαχανικά (+52%) και τυρί (+41,5%) έως αλλαντικά +30,7%), αυγά (+28,7%), γιαούρτια (+27,6%) και ψωμί (+33,4%) – οι αυξήσεις τιμών είναι δυσανάλογες με οποιαδήποτε μισθοί Κινητικότητα.


Νέες τιμές
Την ίδια ώρα, οι υπεύθυνοι των σούπερ μάρκετ προβλέπουν περαιτέρω αυξήσεις τιμών και νέα κέρδη τους επόμενους μήνες, γεγονός που προκαλεί μεγάλη ανησυχία στους πολίτες. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι αυξήσεις τιμών στο σούπερ μάρκετ συνεχίζονται με μεγάλη ένταση, με {αποτέλεσμα} η αγοράστρια βασικών προϊόντων να γίνεται πολύ δύσκολη. Για το λόγο αυτό και οι υπεύθυνοι της συγκεκριμένης αγοράς εκτιμούν ότι θα υπάρξει σημαντική πτώση στην κατανάλωση. Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με τη συνεχιζόμενη μελέτη των τάσεων στο λιανικό εμπόριο FMCG που διενεργεί το Institute for Consumer Goods Retail Research (ΙΕΛΚΑ), αναμένεται μείωση του όγκου πωλήσεων (-1,3%) το πρώτο εξάμηνο του 2024 σε σχέσης με το ίδιο εξάμηνο του 2023. WI Το πρώτο εξάμηνο του 2024 αναμένεται επίσης αύξηση της αξίας πωλήσεων (+1,6%) σε σύγκριση με το ίδιο εξάμηνο του 2023.
Αυξάνει τη «φωτιά» σε καφέ, ελαιόλαδο, φρούτα
Οικιακή επιβάρυνση
Επομένως, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΓΣΕΕ, η επιβάρυνση των νοικοκυριών είναι δυσανάλογη, καθώς για εισοδήματα κάτω των 750 ευρώ σημειώνεται αύξηση 19% στο κοστούς του ψωμιού. Το ποσοστό αυτό πέφτει στο 11% για την εισοδηματική κατηγορία από 751 σε 1.100 ευρώ, ενώ για την κατηγορία από 1.801 έως 2.200 ευρώ περιορίζεται μόλις στο 1%. Ταυτόχρονα, 1 στους 2 εργαζόμενους λαμβάνει μισθό που δεν υπερβαίνει τα 900 ευρώ.
Τα τελευταία στοιχεία της ΕΡΓΑΝΗ για το 2023 δείχνουν ότι πάνω από 400.000 εργαζόμενοι αμείβονται κάτω από τα κατώφλια του βασικού μισθού.
Θέμα επιβίωσης
Συγκεκριμένα, 284.134 εργαζόμενοι λαμβάνουν μισθό έως 500 ευρώ, 77.145 εργαζόμενοι λαμβάνουν μισθό από 500 έως 600 ευρώ και άλλοι 54.505 εργαζόμενοι λαμβάνουν μισθό μεταξύ 600 και 700 ευρώ. Επιπλέον, 293.928 εργαζόμενοι λαμβάνουν μισθό από 700 έως 800 ευρώ, 329.000 από 900 έως -1.000 ευρώ και το 16% των εργαζομένων (373.163) λαμβάνουν μισθό άνω των 1.000 ευρώ (1.000 – 1.200).
Το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, τεκμηριώνοντας την εισοδηματική κρίση που οδηγεί σε αυξήσεις ακρίβειας τα τελευταία τρία χρόνια (2020-2023), σημειώνει ότι οι αυξήσεις στα βασικά τρόφιμα έχουν κυριολεκτικά κορυφωθεί.
Περικοπές μισθών
Την ίδια περίοδο, οι πραγματικοί μέσοι μισθοί μειώθηκαν. Συγκεκριμένα, η μείωση ήταν της τάξης του 8,7% σε σχέσης με το 2021, ενώ, παρά τις ονομαστικές αυξήσεις της τελευταίας διετίας, η αγοραστική δύναμη του κατώτατου μισθού τον Οκτώβριο του 2023 ήταν στα ίδια επίπεδα με την αγοραστική δύναμη του πραγματικού κατώτατου μισθός το 2015. «Η Ελλάδα βρίσκεται στο χαμηλότερο {επίπεδο} μισθών και είναι ο πρωταθλητής τιμών και κερδοφορίας στην Ευρώπη», σημειώνει το ΙΝΕ.
Σύμφωνα με το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ (Ιανουάριος 2024), το κύμα ακρίβειας σαρώνει όλα τα εισοδήματα και διαλύει την αγοραστική δύναμη εκατομμυρίων χαμηλόμισθων και συνταξιούχων, ενώ πολλά νοικοκυριά αντιμετωπίζουν ακόμη και κρίση επιβίωσης, καθώς δεν μπορούν να καλύψουν τα βασικά ανάγκες σε μηνιαία έξοδα. Χαρακτηριστικό είναι ότι 7 στους 10 υπαλλήλους λένε ότι δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν στις ευθύνες τους, το 55% έχει περικόψει τις αγορές τροφίμων, το 75% έχει περικόψει τις δαπάνες για διασκέδαση, το 15% έχει παρατείνει τις ώρες εργασίας του ή έχει βρει δεύτερη δουλειά τα βγάζουν πέρα, ενώ 1 στους 3 εργαζόμενους «τρώει από το μηδέν», χρησιμοποιώντας χρήματα από τις αποταμιεύσεις του για να καλύψει αγορές.

