Μακροοικονομικά μέτρα θέτει η Τράπεζα της Ελλάδος για δάνεια και άλλες πιστώσεις προς ιδιώτες
Ανώτατα επιτρεπτά όρια αναλογίας χρέους προς έσοδα για έγκριση δανείων και δείκτη δανείου προς αξίας προς έγκριση επιβάλλει η Τράπεζα της Ελλάδος από την 1η Ιανουαρίου 2025 για νέα δάνεια και άλλες πιστώσεις.
Καταθέσεις: Υποχώρησαν κατά 5,2 δισ. ευρώ τον Ιανουάριο – στοιχεία της ΤτΕ
Ειδικότερα, με τον Ν. 227/1/08/03/2024 της Εκτελεστικής Επιτροπής (Εφημερίδα Β 1716 της 15/03/2024), η Τράπεζα της Ελλάδος θέσπισε μακροπροληπτικά μέτρα σχετικά με την πιστωτική επιβάρυνση που εφαρμόζεται σε {επίπεδο} δανειολήπτη στο {περίπτωση} δανείων και λοιπών πιστώσεων προς φυσικά πρόσωπα με εξασφάλιση με ακίνητα κατοικιών στην Ελλάδα.
Ειδικότερα, καθόρισε:
- μια μέγιστη επιτρεπόμενη αναλογία εξυπηρέτησης χρέους προς εισόδημα προέλευσης (DSTI-O) 50% για τους αγοραστές για πρώτη φορά και 40% για άλλους δανειολήπτες, και
- μέγιστο επιτρεπόμενο όριο δανείου σε αξίας (LTV-O) 90% για τους αγοραστές για πρώτη φορά και 80% για άλλους δανειολήπτες.
Αυτά τα μακροπροληπτικά μέτρα δεν ισχύουν για μη εξυπηρετούμενα δάνεια και δάνεια που καλύπτονται από τον κανονισμό (κατά την έννοια των άρθρων 47α και 47β του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου αντίστοιχα), δάνεια και άλλες πιστώσεις συνδέεται με την εθνική στεγαστική πολιτική ή τα εκπαιδευτικά προγράμματα πράσινης μετάβασης, τα οποία υπόκεινται σε πιο ειδικούς όρους (όπως το πρόγραμμα «Το σπίτι μου»), καθώς και με χαρτοφυλάκια που μεταφέρονται από εταιρείες που διαχειρίζονται δάνεια και πιστωτικές απαιτήσεις βάσει του Ν. 5072/2023.
Είναι επίσης δυνατή η χορήγηση δανείων και άλλων πιστώσεων πάνω από τα μέγιστα επιτρεπόμενα όρια DSTI-O και LTV-O. Η αποζημίωση του δείκτη μπορεί να είναι έως και 10% του συνολικού αριθμού των δανείων και άλλων πιστώσεων που έχουν εγκριθεί και τουλάχιστον εν μέρει εκταμιεύονται σε κάθε ημερολογιακό τρίμηνο.
Η αρμοδιότητα της Τράπεζας της Ελλάδος να λαμβάνει μακροπροληπτικά μέτρα σε σχέσης με την πιστωτική επιβάρυνση προκύπτει από το άρθ. 133Α της υπ’ αριθμ. 4261/2014 Πράξης.
Σκοπός των μέτρων
Τα μακροπροληπτικά μέτρα της επιβάρυνσης του χρέους που χρησιμοποιούνται σε {επίπεδο} δανειολήπτη περιλαμβάνουν τον καθορισμό ορίων σε μεμονωμένους δείκτες που σχετίζονται με το δάνειο ή τον δανειολήπτη ή τα μεμονωμένα χαρακτηριστικά του δανείου. Αποσκοπούν στην πρόληψη ή μείωση των συστημικών κινδύνων που προκύπτουν από την αγοράστρια ακινήτων στην Ελλάδα και σχετίζονται με τη χρηματοδότηση νοικοκυριών ή/και επιχειρήσεων που εξασφαλίζονται με ακίνητα κατοικίας ή εμπορικής χρήσης.
Συμβάλλουν επίσης ευρύτερα στην πρόληψη της υπερβολικής πιστωτικής χαλάρωσης και στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Αυτά τα μέτρα συμπληρώνουν άλλα μακροπροληπτικά μέτρα που αποσκοπούν στον μετριασμό των κυκλικών και διαρθρωτικών συστημικών κινδύνων που επηρεάζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις των ιδρυμάτων, όπως το απόθεμα ασφαλείας για άλλα συστημικά σημαντικά ιδρύματα (O-SII buffer).
Σημειώστε ότι ο λόγος εξυπηρέτησης χρέους προς εισόδημα κατά την έναρξη (DSTI-O) ορίζεται ως το ετήσιο κοστούς εξυπηρέτησης του συνολικού χρέους σε σχέσης με το συνολικό ετήσιο διαθέσιμο εισόδημα του δανειολήπτη τη στιγμή που εγκρίνεται το δάνειο ή λαμβάνεται το δάνειο.
Ως αναλογία δανείου προς αξίας (LTV-O), το άθροισμα των δανείων ή μεριδίων δανείων και άλλων δανείων που εξασφαλίζονται με ακίνητα από τον δανειολήπτη κατά τη στιγμή της έγκρισης σε σχέσης με την αξίας της περιουσίας του εγγυητή κατά τη στιγμή της έγκρισης κατά τη στιγμή της έγκρισης.
Τέλος, ως αγοραστής για πρώτη φορά θεωρείται ο δανειολήπτης που δεν έχει προηγουμένως χορηγηθεί δάνειο ή πίστωση με εξασφάλιση κατοικίας.

