Μετά την ανάκαμψη της αξιολόγησης επενδυτικής βαθμίδας για τα ελληνικά περιουσιακά στοιχεία, δημιουργείται μια νέα γενιά πιο «ποιοτικών» και μακροπρόθεσμων επενδυτών
Η πρόσφατη είσοδος της Ελλάδας στις αγορές 30ετών ομολόγων έδωσε μια ισχυρή νέα ψήφο εμπιστοσύνης στα ελληνικά ομόλογα, με τους επενδυτές να προσφέρουν 33 δισ. ευρώ, με επιτόκιο καθορισμένο σε επενδυτική βαθμίδα και άμεσα συγκρίσιμο με τα αντίστοιχα επιτόκια άλλων χωρών της ευρωζώνης.
Είχε προηγηθεί η έκδοση νέου 10ετούς ομολόγου, για το οποίο συγκεντρώθηκαν προσφορές ύψους 35 δισ. ευρώ, ενώ παράλληλα καταγράφηκε ιστορικό ρεκόρ στη χρηματοδότηση των ελληνικών περιουσιακών στοιχείων και σηματοδοτεί την είσοδο του ελληνικού χρέους σε νέο περίοδος.
Δηλαδή σε σχεδόν δύο μήνες μόνο τα ελληνικά ομόλογα προσέλκυσαν 68 δισ. ευρώ και αν προσθέσουμε προσφορές για άλλα ελληνικά περιουσιακά στοιχεία, τους τελευταίους μήνες εμφανίστηκαν προσφορές περίπου 100 δισ. ευρώ.
ΟΟΣΑ: «Βλέπει» χαμηλότερες πτήσεις όσον αφορά την οικονομική ανάπτυξη ιδεών, το χρέος και το χρέος
Οι συστημικές τράπεζες συγκέντρωσαν προσφορές αξίας σχεδόν 20 δισ. ευρώ μέσω αποεπενδύσεων του ΤΧΣ, καθώς και μέσω εκδόσεων ομολόγων, ενώ αξίζει επίσης να δοθεί προσοχή σε προσφορές αξίας 8 δισ. ευρώ που υπήρχαν κατά την πρόλογος του ΔΑΑ στο Χρηματιστήριο.
Παράλληλα, όπως σημειώνουν παράγοντες της αγοράς, μετά την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, δημιουργείται μια νέα γενιά πιο «ποιοτικών» και μακροπρόθεσμων επενδυτών για τα ελληνικά περιουσιακά στοιχεία. Ο τίτλος του επενδυτικού βαθμού επιτρέπει σε ένα πολύ ευρύτερο φάσμα επενδυτών να επενδύσουν σε ελληνικά περιουσιακά στοιχεία.
Η ανασυγκρότηση της επενδυτικής διαβάθμισης, εκτός αγοράς ομολόγων, δημιουργεί μια διαφορετική ομάδα επενδυτικών αποδεκτών για το ελληνικό χρηματιστήριο και το βάζει στο τελικό στάδιο της ανόδου του στις ανεπτυγμένες αγορές.
Δεσμούς
Στην τελευταία έκθεσή της για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει τη θετική επίδραση της ανάκτησης της επενδυτικής βαθμίδας στις αγορές ομολόγων και μετοχών.
Στην Ελλάδα, τρεις από τους τέσσερις οίκους αξιολόγησης που αναγνωρίζονται από το Ευρωσύστημα αναβάθμισαν την επενδυτική πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας τον Αύγουστο-Δεκέμβριο 2023, καθώς αξιολόγησαν θετικά την ευνοϊκή δυναμική της εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους, τη δέσμευση της κυβέρνησης για {διατήρηση} της δημοσιονομικής πειθαρχίας και την έγκαιρη {εφαρμογή} μιας φιλόδοξης Επενδυτικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων, περαιτέρω ανάπτυξη ιδεών της ελληνικής οικονομίας, αλλά και περαιτέρω βελτίωση της χρηματοοικονομικής διάστασης του ελληνικού τραπεζικού τομέα.
Πρώτα, η Scope τον Αύγουστο του 2023 και στη συνέχεια η DBRS τον Σεπτέμβριο κινήθηκαν για την αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας, ακολουθούμενη από την Standard & Poor’s τον Οκτώβριο και τη Fitch Ratings τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, ωθώντας την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας σε (BBB-). Την {αξιολόγηση} της Ελλάδας αναβαθμίζει ο οίκος αξιολόγησης Moody’s.
Οι αποδόσεις των ελληνικών κρατικών ομολόγων μειώθηκαν για όλες τις λήξεις μεταξύ Νοεμβρίου 2023 και Μαρτίου 2024 και οι αγορές είναι θετικές για την ανάκαμψη του επενδυτικού βαθμού χρέους της χώρας.
Το περιθώριο απόδοσης (spread) του 10ετούς ομολόγου του Ελληνικού Δημοσίου σε σύγκριση με το αντίστοιχο γερμανικό κρατικό ομόλογο (Bund) μειώθηκε από 140 μονάδες βάσης στις αρχές Νοεμβρίου 2023 σε 109 μονάδες βάσης στο τέλος Μαρτίου 2024.
Λόγω του βελτιωμένου οικονομικού κλίματος, οι συμβάσεις ανταλλαγής πιστωτικής αθέτησης 5 ετών (CDS) στην Ελλάδα μειώθηκαν σημαντικά μεταξύ Νοεμβρίου 2023 και Μαρτίου 2024 και έφθασαν τις 62 μονάδες βάσης στο τέλος Μαρτίου 2024 σε σύγκριση με 86 μονάδες βάσης στις αρχές Νοεμβρίου 2023.
Οι τιμές των ασφαλίστρων πιστωτικού κινδύνου πενταετίας για όλες τις μεγάλες ελληνικές τράπεζες ακολούθησαν αντίστοιχη πτωτική τάση μέχρι τον Μάρτιο του 2024, παραμένοντας σε σημαντικά υψηλότερα επίπεδα από τις τιμές στην Ελλάδα.
Όπως σημειώνει η Κεντρική Τράπεζα, τον Φεβρουάριο του 2024, η κοινωνία έλαβε 4 δισ. ευρώ από νέα έκδοση 10ετών ομολόγων με απόδοση 3,478%, πολύ χαμηλότερη από 4,279% στην αντίστοιχη έκδοση τον Ιανουάριο του 2023. Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτό Η έκδοση πέτυχε τρία ρεκόρ ταυτόχρονα: (1) Αύξησε το μεγαλύτερο χαρτοφυλάκιο ελληνικών κρατικών ομολόγων που ξεπέρασε τα 35 δισ. ευρώ, με συντελεστή κάλυψης 8,75x (έναντι 6,26x στην προηγούμενη αντίστοιχη έκδοση). (2) Η τιμή του ομολόγου έκλεισε με τη χαμηλότερη διαφορά απόδοσης που έχει επιτευχθεί ποτέ για ελληνική έκδοση – 80 μονάδες βάσης πάνω από το μέσο επιτόκιο ανταλλαγής. (3) Πρόκειται για τη μεγαλύτερη έκδοση 10ετών ομολόγων από το 2010.
Οι παραπάνω εκδόσεις ήταν οι πρώτες μετά την ανάκαμψη της επενδυτικής κατηγορίας από τους κύριους οίκους αξιολόγησης και η επιτυχίας τους αντανακλά ιδιαίτερα το αυξημένο ενδιαφέρον για επένδυση σε ελληνικούς τίτλους, που οφείλεται αφενός στο γεγονός ότι τα ελληνικά ομόλογα πλέον απολαμβάνουν μεγαλύτερο κοινό επενδυτών λόγω της παρουσίας τους σε διεθνείς δείκτες και, αφενός, της υψηλής ζήτησης για κρατικά ζητήματα γενικότερα, εν όψει των προσδοκιών της αγοράς για σχετική χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος από το τέλος του δεύτερου τριμήνου της χρονιάς.
χρηματιστήριο
Αυτό, σε συνδυασμό με τη βελτίωση της οικονομικής κατάστασης των ελληνικών μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων, το γενικά ευνοϊκό μακροοικονομικό περιβάλλον, τη παραγωγή συνθηκών για πολιτική σταθερότητα, καθώς και την ενθάρρυνση των στατιστικών για την απασχόληση, ενώ το ποσοστό ανεργίας συνεχίζει να μειώνεται, συνέβαλε καθοριστικά στην εξυγίανση. το θετικό κλίμα στο ελληνικό χρηματιστήριο.
Αντίστοιχα, μεταξύ Νοεμβρίου 2023 και Μαρτίου 2024, οι εθνικοί χρηματιστηριακοί δείκτες παρουσίασαν σταθερή ανοδική τάση, με τον Γενικό Δείκτη Τιμών του Χρηματιστηρίου Αθηνών (GDEX) να φτάνει στο υψηλότερο {επίπεδο} των τελευταίων σχεδόν 10 ετών τον Μάρτιο του 2024 (1.434,87 μονάδες), σημειώνοντας αύξηση κατά 19, -όπως προκύπτει από την έκθεση της ΤτΕ- κατά 9% σε σύγκριση με τον Νοέμβριο του 2023.
Για τις σημαντικές τράπεζες που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αθηνών, οι δείκτες κεφαλαιοποίησης της αγοράς με σταθμισμένο ενεργητικό παρακολουθήθηκαν παράλληλα με το GDF, σημειώνοντας σημαντική αύξηση την περίοδο από τον Νοέμβριο 2023 έως τον Μάρτιο του 2024, λόγω της θετικής μεταβολής του όγκου των χρηματοπιστωτικών τραπεζών, αυξάνοντας την πιστοληπτική τους ικανότητα σε Δεκεμβρίου 2023 από δύο οίκους αξιολόγησης (Standard & Poor’s και Fitch), καθώς και αναβίωση της επενδυτικής κατηγορίας για το χρέος της χώρας.
Το χάσμα αποτίμησης μεταξύ ευρωπαϊκών και ελληνικών μετοχών διευρύνθηκε την περίοδο Νοεμβρίου 2023 – Μαρτίου 2024, καθώς ο δείκτης GSXR αυξήθηκε λιγότερο σε σύγκριση με τον δείκτη Euro Stoxx 5030 (18,6% έναντι 24,4%, αντίστοιχα). Ο δείκτης αγοραίας αξίας προς λογιστική αξίας (P/BV) των ευρωπαϊκών μετοχικών τίτλων την περίοδο Νοεμβρίου 2023 – Μαρτίου 2024 αυξήθηκε από 1,77 σε 2,16, ενώ ο αντίστοιχος δείκτης GDXA αυξήθηκε από 1,15 σε 1,32 κατά την περίοδο αυτή. Αξίζει να σημειωθεί ότι το μέσο ευρωπαϊκό P/BV είναι 1,96 τη δεδομένη περίοδο και εξακολουθεί να είναι σημαντικά υψηλότερο από το αντίστοιχο ελληνικό (1,25).
Τράπεζες
Οι αποδόσεις των ελληνικών τραπεζικών ομολόγων μειώθηκαν την περίοδο από τον Νοέμβριο του 2023 έως τον Μάρτιο του 2024 λόγω της αναβίωσης των επενδυτικών κατηγοριών που σχετίζονται με την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας, τη βελτίωση του οικονομικού μεγέθους των τραπεζών, αλλά και τη βελτίωση της πιστοληπτικής τους ικανότητας. Οι βελτιωμένες συνθήκες δανεισμού έδωσαν νέα ώθηση στην προσέλκυση επενδυτικών κεφαλαίων, καθώς οι επενδυτές ήταν μέχρι πρόσφατα απρόθυμοι να εγκατασταθούν στη χώρα λόγω κανονιστικών και θεσμικών περιορισμών. Παράλληλα, η επιτάχυνση της αποχώρησης του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας από τα ίδια κεφάλαια των μεγαλύτερων τραπεζών δημιούργησε κλίμα ευφορίας, που αποτυπώθηκε τόσο στην αποτίμηση των μετοχών όσο και στην κερδοφορία των ομολογιακών τους εκδόσεων. Στο πλαίσιο αυτό, οι ελληνικές τράπεζες άντλησαν συνολικά 2,8 δισ. ευρώ μέσω της έκδοσης ομολόγων χαμηλής και υψηλής προτεραιότητας μεταξύ Νοεμβρίου 2023 και Μαρτίου 2024.
Επισημαίνεται ότι η αποκλιμάκωση του κόστους άντλησης κεφαλαίων των τραπεζών είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την προσπάθειας κάλυψης εποπτικών υποχρεώσεων στον τομέα των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων και των επιλέξιμων υποχρεώσεων (MREL). Ως εκ τούτου, τυχόν μελλοντικές αυξήσεις στις αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας των τεσσάρων μεγάλων τραπεζών θα συνεχίσουν να συμβάλλουν θετικά σε αυτές τις προσπάθειες.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΕΒ

