Ποιες είναι οι κύριες διαταραχές στην ελληνική αγοράστρια εργασίας;
Το προβληματισμός είναι η μείωση του ποσοστού της ανεργίας, που έχει «κολλήσει» πάνω από το ψυχολογικό όριο του 10% (10,2% τον Μάρτιο). Ταυτόχρονα, υπάρχει τεράστιο προβληματισμός γιατί πολλές εταιρείες αναζητούν ανεπιτυχώς υπαλλήλους. Αν και οι προβλέψεις τόσο εγχώριων όσο και διεθνών αναλυτών δείχνουν ότι η πτωτική τάση θα συνεχιστεί, η επιβράδυνση εγείρει ερωτήματα για το τι θα συμβεί στη συνέχεια.
Ταυτόχρονα, οι προκλήσεις στην αγοράστρια εργασίας αυξάνονται. Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, η μείωση του ποσοστού ανεργίας δυσχεραίνει την εύρεση εργαζομένων, γεγονός που έχει ως {αποτέλεσμα} μεγαλύτερες εντάσεις στην αγοράστρια εργασίας, ιδίως στους κλάδους των κατασκευών, του τουρισμού, της μεταποίησης και του πρωτογενούς κλάδου.
Επιπλέον, παρά την αισθητή μείωση της ανεργίας τα τελευταία χρόνια, εξακολουθούν να υπάρχουν αρκετές στρεβλώσεις καθώς το ποσοστό ανεργίας για τις γυναίκες, τους νέους και τους μακροχρόνια ανέργους παραμένει σημαντικά υψηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ. Σύμφωνα με ανάλυση κειμένου του ΙΟΒΕ που επικαλείται το Συμβούλιο της Ευρώπης, στην Ελλάδα υπολογίζεται σχεδόν στο 13%, δηλαδή διπλάσιο από ό,τι σε πολλές χώρες της ΕΕ, γεγονός που αποδεικνύει την ύπαρξη σοβαρών στρεβλώσεων και δομικών προβλημάτων.
Η ιδιόμορφη διαδικασία της ελληνικής ανεργίας
Αναπτυξιακή απειλή
Η Κεντρική Τράπεζα σηματοδοτεί και τα λεγόμενα στένωση της αγοράς εργασίας, που -όπως τονίζει- ενδέχεται να απειλήσει τις αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας.
Αναφέρεται στο φαινόμενο όπου, αν και υπάρχει ζήτηση για απασχόληση, δεν υπάρχει εργατικό {δυναμικό} για να την καλύψει, ειδικά σε κλάδους έντασης εργασίας όπως η εστίαση, ο τουρισμός και το εμπόριο.
Σύμφωνα με την ΤτΕ, αυτό δείχνει ότι υπάρχουν σοβαρές στρεβλώσεις και διαρθρωτικά προβλήματα που απαιτούν κίνητρα για την αύξηση της απασχόλησης, όπως η μείωση των ασφαλίστρων των εργοδοτών, η αύξηση της συμμετοχής των νέων και των γυναικών στην αγοράστρια εργασίας και η κατάρτιση των ανέργων σε νέες δεξιότητες. .
Τέλος, προτείνει κίνητρα για την επιστροφή των επιστημόνων που μετανάστευσαν κατά τη διάρκεια της κρίσης (εγκεφαλική ανάκαμψη), αλλά και την εισροή και ένταξη ειδικευμένων οικονομικών μεταναστών.
Αρνητική πρωτοκαθεδρία
Την ίδια ώρα, η Ελλάδα βρίσκεται στη χειρότερη θέση μεταξύ των 27 κρατών μελών της ΕΕ στην αρνητική κατάταξη των νέων. Στη χώρα μας, υπάρχει η μεγαλύτερη απόκλιση μεταξύ της εκπαίδευσης και του τύπου απασχόλησης των νέων εργαζομένων ηλικίας 20 έως 34 ετών.
Το προβληματισμός στον τομέα της απασχόλησης είναι διπλό, διότι αφενός η υψηλή ανεργία, που στο τέλος του 2023 ξεπέρασε το 10% και το χαμηλό ποσοστό οικονομικής δραστηριότητας (61,8%), πολύ κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (70,5%). , και από την άλλη πλευρά, σε άλλα Υπάρχουν σοβαρές ελλείψεις εργατικού δυναμικού και αναντιστοιχία προσφοράς και ζήτησης στα επαγγέλματα.
Ταυτόχρονα, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, το 38% αυτής της ηλικιακής ομάδας εργάζεται σε θέσεις χαμηλότερου επιπέδου από αυτές που θα μπορούσαν να αποδώσουν με βάση το μορφωτικό {επίπεδο}.
Ευέλικτες μορφές εργασίας και αμοιβής
Οι αρνητικές πτυχές της αγοράς εργασίας περιλαμβάνουν την ταχεία ανάπτυξη ιδεών ευέλικτων μορφών απασχόλησης, οι συμβάσεις των οποίων καλύπτουν περίπου το 50% των νεοαπασχολούμενων ατόμων.
Συγκεκριμένα, το 2023 -σύμφωνα με στοιχεία του πληροφοριακού συστήματος ΕΡΓΑΝΗ- καταγράφηκαν 3.214.205 νέοι εργαζόμενοι, εκ των οποίων 1.651.220 πλήρους απασχόλησης και 1.562.985 σε ευέλικτες μορφές απασχόλησης.
Ταυτόχρονα, περισσότεροι από κάθε δεύτερο εργαζόμενο – συνολικά 1.233.031 άτομα, το 53,68% εξ αυτών έλαβε αποδοχές χαμηλότερες από 1.000 ευρώ μεικτά.
Στην κατάταξη σύμφωνα με τα τέλη που χρεώνονται, η μεγαλύτερη ομάδα είναι όσοι κερδίζουν 1.000 και 1.200 ευρώ. Πρόκειται για 373.163 εργαζόμενους, που αποτελούν το 16,25% του συνόλου των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα της χώρας, που αριθμεί 2.296.845 άτομα.
Ένας μεγάλος αριθμός 284.134 εργαζομένων λαμβάνουν λιγότερα από 500 ευρώ το μήνα. Πρόκειται φυσικά για εργαζόμενους που απασχολούνται σε ευέλικτες μορφές απασχόλησης, των οποίων ο συνολικός αριθμός είναι 52.266 λιγότεροι από το 2022.

