Αλλαγή του επενδυτικού μείγματος στην Ελλάδα
Η ιστορία των επενδύσεων στην Ελλάδα μπορεί να μας διδάξει πολλά γιατί παρέχει σημαντικές πληροφορίες για το πώς τελειώνει ένας κύκλος και ξεκινά ένας νέος. Η αποβιομηχάνιση της χώρας ξεκίνησε τις δεκαετίες του 1980 και του 1990, με ένα πραξικόπημα που έλαβε χώρα το 2008–2018.
Σύμφωνα με στοιχεία της PwC, εκτιμάται ότι το διάστημα αυτό έκλεισαν ή έφυγαν από τη χώρα 26.570 πολύ μικρές, μικρές, μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις του παραγωγικού κλάδου. Οι απώλειες θέσεων εργασίας ξεπέρασαν τις 160.000.
Βιομηχανία: Αποβιομηχάνιση της χώρας μέσω αριθμών και επωνυμιών [γραφήματα]
Φυγή διεθνών επενδύσεων και εργοστασίων
Μόνο η φυγή των επενδύσεων από τα προηγούμενα 12 χρόνια, δηλαδή την περίοδο της κρίσης και των Μνημονίων, δημιούργησε επενδυτικό κενό 94 δισ. ευρώ.
Αλλά και σήμερα η πτήση συνεχίζεται, όπως πέρυσι με την Tupperware, για παραδείγματα, και πιο πρόσφατα με την HSBC, την Crown Hellas και την Curries. Ωστόσο, την ίδια στιγμή στην Αστυπάλαια επενδύουν και διεθνείς εταιρείες όπως η Microsoft, η Amazon, η Pfizer και η Volkswagen. Ωστόσο, οι επενδύσεις αυτές κάλυψαν σχεδόν το 60% του επενδυτικού κενού των προηγούμενων δεκαετιών και με τις επενδύσεις της επόμενης τριετίας, χάρη στο Ταμείο Ανασυγκρότησης και άλλα ευρωπαϊκά ταμεία, θα καλυφθεί το υπόλοιπο ποσοστό.
Νέος κύκλος
Σύμφωνα με την έρευνας της Eurobank, ο σημερινός ρυθμός αύξησης των επενδύσεων, στον οποίο συνέβαλαν το Ταμείο Ανασυγκρότησης και άλλα ευρωπαϊκά ταμεία, αρκεί για να κλείσει το επενδυτικό κενό της προηγούμενης δεκαετίας μέσα σε τρία χρόνια. Εκτιμά ότι θα γίνουν επενδύσεις ύψους τουλάχιστον 30 δισεκατομμυρίων ευρώ. Αυτή τη φορά, ωστόσο, το επενδυτικό μείγμα και οι κορυφαίοι κλάδοι αλλάζουν. Ο νέος γύρος επενδύσεων εξισώνει ποσοτικά το επενδυτικό χάσμα των προηγούμενων δεκαετιών, αλλά αυξάνει τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που σχετίζονται με τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, την αύξηση της απασχόλησης και τη βιώσιμη ανάπτυξη ιδεών.
Οι επενδύσεις αυτές επικεντρώνονται σε «προϊόντα διεθνούς εμπορίας». Αυτό σημαίνει ότι η επένδυση στην Ελλάδα δεν παράγει προϊόντα και υπηρεσίες που καταναλώνονται εγχώρια, αλλά η παραγωγή χαρακτηρίζεται από υψηλή προστιθέμενη αξίας και εξαγωγές. Για παραδείγματα, τα κέντρα δεδομένων πωλούν υπηρεσίες που αγοράζονται στο εξωτερικό. Όπως ακριβώς και οι επενδύσεις μεγάλων εταιρειών συμβούλων που έχουν δημιουργήσει μεγάλα κέντρα καινοτομίας και παραγωγής – εξαγωγών λογισμικού.
Το νέο επενδυτικό μείγμα ανταποκρίνεται στο νέο μοντέλο παραγωγής, στη διεθνή ζήτηση και μειώνει το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Η τομεακή τους οργάνωση άρχισε να αλλάζει προς όφελος της ανώτερης γνώσης και των δραστηριοτήτων προστιθέμενης αξίας. Αυτοί οι τομείς περιλαμβάνουν υποδομές, ακίνητα, αστική ανάπλαση, ενέργεια και πράσινο μετασχηματισμό, τηλεπικοινωνίες, ψηφιακό εκσυγχρονισμό, τουρισμό, ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις, δομές ευεξίας, βιομηχανία και εκσυγχρονισμό δικτύων παραγωγής.
Αποβιομηχάνιση
Οι αναλυτές, ωστόσο, πιστεύουν ότι το προβληματισμός ξεκίνησε αρκετές δεκαετίες νωρίτερα. Τις δεκαετίες του 1970 και του 1980, ο λόγος δόθηκε ως ένας ακατάλληλος συνδυασμός οικονομικής πολιτικής, που διατηρούσε υψηλό πληθωρισμό και ελέγχους τιμών (τιμολόγηση). Στη δεκαετία του 1990, η κατεύθυνση της ευρωπαϊκής πολιτικής με στόχο τη στροφή προς τον τομέα των υπηρεσιών, κυρίως του χρηματοπιστωτικού τομέα, περιελάμβανε την εγχώρια βιομηχανική παραγωγή. Είχε προηγηθεί η παραγωγή προβληματικών εταιρειών που κρατικοποιήθηκαν όπως η ΛΑΡΚΟ, η Πειραϊκή Πατραϊκή, τα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά, η ΕΣΣΟ – Παππάς κ.λπ. με μεγάλο κοστούς για την οικονομία.
Μεταξύ 1991 και 1996, τα διεθνή εργοστάσια ελαστικών Pirelli στην Πάτρα κλείνουν τα εργοστάσιά τους στην Ελλάδα (μετά από πολυήμερες απεργίες εργαζομένων) και στο τέλος της αναφερόμενης εποχής στο Goodyear στη Θεσσαλονίκη. Ο ιταλικός όμιλος αναχώρησε για την Τουρκία αφήνοντας 500 άνεργους στην αχαϊκή πρωτεύουσα.
Η κλιματική αντιστροφή ξεκινάει αργά από το 2016 και γίνεται πιο ορατή το 2019, σημειώνοντας ρεκόρ άμεσων ξένων επενδύσεων το 2022. Όπως δείχνουν τα στοιχεία, το 2023 θα είναι μια νέα χρονιά ρεκόρ.
Silicon Valley στην Ελλάδα
Όλα δείχνουν ότι το επενδυτικό μείγμα στρέφεται ριζικά προς την τεχνολογική ανάπτυξη ιδεών και το επίκεντρο είναι οι προοπτικές των Ιωαννίνων ως τόπος τεχνολογικών επενδύσεων, αλλά και ως αναδυόμενου κέντρου καινοτομίας. Η ελληνική «Silicon Valley», που έθεσε ως στόχο να προσελκύσει μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας στην πρωτεύουσα της Ηπείρου, με σημαντικό σημείο αναφοράς το Ακαδημαϊκό ίδρυμα Ιωαννίνων.
Η δυναμική επιστροφή της περιοχής στον επενδυτικό χάρτη επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι μια σειρά από εταιρείες του κλάδου της πληροφορικής και της τεχνολογίας επέλεξαν τα Ιωάννινα για τη παραγωγή κέντρων έρευνας και ανάπτυξης (R&D) χρησιμοποιώντας ανθρώπινο μέρος υψηλής εξειδίκευσης στον τομέα των ψηφιακών δεξιοτήτων. Εξέχουσα θέση ανάμεσά τους είναι οι ψήφοι εμπιστοσύνης δύο γερμανικών κολοσσών πληροφορικής, της TeamViewer και της P&I. Η πρώτη έχει ιδρύσει ένα εντυπωσιακό ερευνητικό και τεχνολογικό κέντρο στα Ιωάννινα, ενώ η δεύτερη βρίσκεται στο Επιστημονικό και Τεχνολογικό Πάρκο της Ηπείρου.
Τεράστιες επενδύσεις, ιδιαίτερα στη παραγωγή καινοτόμων συστημάτων πληροφορικής, έκαναν και οι τέσσερις μεγάλες εταιρείες συμβούλων (PwC, KPMG, Deloitte, Grant Thornton). Έχουν γίνει πλέον πάροχοι λύσεων πληροφορικής και πληροφορικής στην Ελλάδα και το εξωτερικό, κρατώντας τα ελληνικά μυαλά στη χώρα αλλά και προσελκύοντας άλλους επιστήμονες από το εξωτερικό. Πολλά από τα συστήματα πληροφορικής των ελληνικών τραπεζών, ακόμη και των ψηφιακών τραπεζών στην Ελλάδα και την Ευρώπη, βασίζονται στην τεχνολογία που δημιουργήθηκε από ερευνητικά κέντρα, νεοφυείς επιχειρήσεις και άλλες εταιρείες του κλάδου στα Ιωάννινα. Παράλληλα, ιδρύονται μεγάλα κέντρα καινοτομίας στην Πάτρα, την Κρήτη, τη Θεσσαλονίκη και άλλες περιοχές, κυρίως στην περιφέρεια.
Ποσοτική και ποιοτική διαφορά
Σε συνέντευξή του στα «NEWS», ο γενικός διευθυντής του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) και καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, Νίκος Βέττας, τονίζει ότι «πέρα από ποσοτικά ζητήματα, το θέμα των επενδύσεων στην Η ελληνική οικονομία είναι και ποιοτική, άλλωστε, μια μεγάλη υποχώρηση από τις ιστορικά υψηλού επιπέδου επενδύσεις πριν από την κρίση οφειλόταν κυρίως στην κατάρρευση των στεγαστικών επενδύσεων, με πολύ μικρό μερίδιο των άμεσων ξένων επενδύσεων.
Όπως τονίζει, «κατά τη διάρκεια της κρίσης και των προγραμμάτων, η κατάρρευση των επενδύσεων σε επίπεδα που δεν κάλυπταν ούτε την υποτίμηση του κεφαλαίου στη χώρα προέκυψε όχι μόνο από δυσκολίες χρηματοδότησης, αλλά κυρίως από ακραία αβεβαιότητα και αναζήτηση παραγωγικού μοντέλου. .”
Στο πλαίσιο αυτό, ο Ν. Βέττας εκτιμά ότι «η μακροοικονομική και δημοσιονομική εξισορρόπηση, που αποτυπώνεται και στη σταδιακή ανάκαμψη των επενδυτικών επιπέδων, μπορεί οπωσδήποτε να βοηθήσει στην ενίσχυση των επενδύσεων. Εκτός από τη διευκόλυνση της συνολικής ροής κεφαλαίων στη χώρα, ελπίζεται ότι θα προσελκύσει επίσης πιο παραγωγικές και μακροπρόθεσμες επενδύσεις που θα στηρίξουν την παραγωγικότητα και την αύξηση των μισθών.
Ευκαιρίες και προκλήσεις
Αναφερόμενος στην κάλυψη του επενδυτικού κενού από εδώ και πέρα, ο Γενικός Διευθυντής του ΙΟΒΕ επισημαίνει ότι υπάρχουν ευκαιρίες, αλλά και προκλήσεις. «Το Ταμείο Εξυγίανσης είναι ένας παράγοντας που διευκολύνει ακόμη και την ανάγκης εκκαθάρισης της αγοράς σε σχέσης με τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Ωστόσο, το κοστούς του χρήματος διεθνώς αυξάνεται, όπως και η αβεβαιότητα, παράγοντες που πρέπει να αντισταθμιστούν εξακολουθούν να απαιτούν σημαντικές παρεμβάσεις, που συνίστανται κυρίως στην απλούστευση του ρυθμιστικού πλαισίου για τη διευκόλυνση ιδίως των επενδύσεων που απαιτούνται για την δημιουργικότητα και τις εξαγωγές.
Επενδυτικό κενό.
Επενδυτικό κενό
Στο μεταξύ, ο ομότιμος καθηγητής της Σχολής Οικονομικών Επιστημών του ΕΚΠΑ Παναγιώτης Πετράκης σημειώνει ότι υπάρχει προοπτική κάλυψης του επενδυτικού κενού. «Βεβαίως στο παρελθόν οι επενδύσεις είχαν κυρίως οικιστικό χαρακτήρα, τώρα έρχονται επενδύσεις στον τομέα των προηγμένων τεχνολογιών ή υπηρεσιών, αλλά σε όγκο επενδύσεων δεν είναι όπως πριν. Παρόλα αυτά, το επενδυτικό κενό κλείνει σταδιακά».
Σύμφωνα με τον Π. Πετράκη, η Ευρώπη δεν είναι αυτή τη στιγμή τόσο ελκυστικός επενδυτικός προορισμός σε σχέσης με τις προηγούμενες δεκαετίες και ειδικά για την Ελλάδα τονίζει ότι η σύγκλιση απέχει ακόμη πολύ από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και είναι συνέπεια της υποεπενδύσεως. «Επειδή δεν είχατε βαθμολογία επένδυσης, καμία επένδυση δεν προήλθε από το εξωτερικό και οι εγχώριες αποταμιεύσεις και η επιχειρηματικότητα ήταν σπάνια είδη. Λοιπόν, αυτό που μπορείτε να παρατηρήσετε είναι πολύ λογικό».
Πηγή: ΤΑ ΝΕΑ έντυπη έκδοση
