ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ

Τράπεζα της Ελλάδος: Σύντομα θα δώσει επενδυτική βαθμολογία στις τράπεζες

Τι θα κερδίσουν αυξάνοντας την πιστοληπτική τους ικανότητα;

Με το ελληνικό δημόσιο χρέος να επιστρέφει στην επενδυτική κατηγορία, σειρά έχουν οι εγχώριοι τραπεζικοί όμιλοι, που διαπιστώνουν βελτίωση της πιστοληπτικής τους ικανότητας, η οποία συνδέεται με πολλά οφέλη για τα θεμελιώδη μεγέθη τους.

Αυτή τη στιγμή, η απόστασή τους από την ευνοϊκότερη βαθμολογία έχει μειωθεί στο ελάχιστο και η υπέρβασή της θεωρείται υπόθεση αρκετών μηνών.

JP Morgan: Έτος ισχυρών αποδόσεων το 2024 για τις ελληνικές τράπεζες

Υπενθυμίζεται ότι την περασμένη εβδομάδα ο οίκος Standard & Poor’s αύξησε την αξιολόγησή του για τις εγχώριες συστημικές τράπεζες κατά μία βαθμίδα και άλλαξε την προοπτική για δύο από αυτές από σταθερή σε θετική.

Ταυτόχρονα, ο Fitch αύξησε τις προοπτικές και των τεσσάρων μεγάλων πιστωτικών ιδρυμάτων ανάλογα.

Συνεπώς, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, εντός σύντομου χρονικού διαστήματος αναμένεται να επέλθει επιστροφή στην επενδυτική βαθμίδα.

Η Eurobank και η Εθνική Τράπεζα βρίσκονται δύο βήματα μακριά από τον αντίστοιχο στόχο τους, ενώ η Alpha Bank και η Τράπεζα Πειραιώς βρίσκονται τρία βήματα μακριά (BB-).

Κύρια οφέλη

Η Έκθεση Νομισματικής Πολιτικής που κατέθεσε την Τετάρτη στον Πρόεδρο της Βουλής και στο Υπουργικό Συμβούλιο ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, σκιαγραφεί τις θετικές επιπτώσεις αυτών των εξελίξεων στον τραπεζικό τομέα της χώρας.

Τα κύρια οφέλη συνοψίζονται ως εξής:

  • Χαμηλότερο κοστούς χρηματοδότησης

Η πρόσβαση στις διεθνείς κεφαλαιαγορές και στη διατραπεζική αγοράστρια θα γίνει ευκολότερη.

Με αυτόν τον τρόπο, οι τράπεζες θα επιτύχουν μείωση των δαπανών για τόκους καθώς το κοστούς χρηματοδότησής τους θα μειωθεί στο σημερινό περιβάλλον αυστηρότερων νομισματικών και χρηματοοικονομικών συνθηκών διεθνώς.

Πρόκειται για μια σημαντική παράμετρο που θα έχει θετικό αντίκτυπο στα αποτελέσματά τους, λαμβάνοντας υπόψη τα ομόλογα που υποχρεούνται να εκδώσουν έως το 2026 για την κάλυψη των Ελάχιστων Κεφαλαιακών Απαιτήσεων και Αποδεκτών Υποχρεώσεων (MREL).

Για να επιτευχθεί ο τελικός στόχος, οι 4 ομάδες συστημάτων πρέπει να συγκεντρώσουν περίπου 5,5 δισεκατομμύρια ευρώ έως το τέλος του 2025 το αργότερο.

Σε κάθε {περίπτωση}, το χαμηλότερο κοστούς χρηματοδότησης θα επιτρέψει στις τράπεζες να μειώσουν τα επιτόκια στα στεγαστικά και επιχειρηματικά δάνεια και να αυξήσουν την προσφοράς πιστώσεων στην πραγματική οικονομία.

  • Πιστωτικός κίνδυνος

Με βάση τη διεθνή εμπειρίας, ο εκσυγχρονισμός αναμένεται να έχει σημαντικό, μακροπρόθεσμο θετικό αντίκτυπο στην εγχώρια οικονομική δραστηριότητα.

Αυτό θα στηρίξει την κερδοφορία των τραπεζών αυξάνοντας τη ζήτηση για χρηματοδότηση και μειώνοντας τον πιστωτικό κίνδυνο των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων, γεγονός που θα μεταφραστεί σε βελτίωση της ποιότητας των περιουσιακών τους στοιχείων.

  • Βελτίωση της ποιότητας του χαρτοφυλακίου

Η ποιότητα του χαρτοφυλακίου τίτλων των τραπεζών, που περιλαμβάνει ελληνικά ομόλογα, αναμένεται να βελτιωθεί άμεσα, να αυξηθεί η διαθέσιμη ρευστότητα και να μειωθεί ο κίνδυνος αγοράς.

Ειδικότερα, σε σχέσης με την προώθηση στην κατηγορία επενδύσεων, επέρχονται διάφορες αλλαγές που προκύπτουν από το ρυθμιστικό πλαίσιο άσκησης νομισματικής πολιτικής, καθώς και από τη διεθνή πρακτική στις αγορές χρήματος και κεφαλαίων.

Για παραδείγματα, τα ομόλογα του ελληνικού δημοσίου μπορούν πλέον να γίνονται δεκτά ως ασφάλιση για τις πράξεις του Ευρωσυστήματος χωρίς να χρειάζεται να παρέχουν «waiver» και το κούρεμά τους μειώνεται όταν χρησιμοποιούνται ως ασφάλιση.

Η ευαισθησία των ελληνικών τίτλων στις διακυμάνσεις του διεθνούς επενδυτικού κλίματος αναμένεται επίσης να μειωθεί.

  • Διεύρυνση της επενδυτικής βάσης

Οι προοπτικές για την προσέλκυση ποιοτικών επενδυτών βελτιώνονται, όπως αποδεικνύεται από τις ανακοινωμένες συνεργασίες με άλλες ευρωπαϊκές τράπεζες.

Το γεγονός αυτό ενισχύει και τη διαδικασία αποεπένδυσης του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ) από τον κλάδο.

Υπενθυμίζεται ότι τον περασμένο Οκτώβριο το ΤΧΣ πούλησε τις μετοχές του στη Eurobank έναντι συνολικού τιμήματος 93,7 εκατ. ευρώ και αγοραστής ήταν η ίδια η τράπεζα.

Επιπλέον, αμέσως μετά την αύξηση της πιστοληπτικής ικανότητας του ελληνικού δημοσίου από την S&P, ανακοινώθηκε πρόταση από τον ιταλικό τραπεζικό όμιλο UniCredit για την αγοράστρια όλων των μετοχών που κατέχει το ΤΧΣ στην Alpha Bank.

Λίγες μέρες αργότερα ολοκληρώθηκε η πώληση του 22% των μετοχών που κατείχε το ΤΧΣ στην Εθνική Τράπεζα της Πολωνίας, με έντονη ζήτηση από μακροπρόθεσμα ποιοτικά funds στο εξωτερικό.

Leave a comment