Σε ποιους τομείς η Ελλάδα είναι… μακριά από την Ευρώπη και πρέπει να κάνει άλματα;
Μπορεί να υπάρχει εξέλιξη στην οικονομική ανάκαμψη, αλλά υπάρχουν ορισμένα ζητήματα που δείχνουν ότι η Ελλάδα – παρά την όποια ανάπτυξη ιδεών – εξακολουθεί να βρίσκεται πολύ πίσω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Επιπλέον, τίθεται επίσης το ερώτημα εάν αυτή η ανάπτυξη ιδεών θα είναι βιώσιμη τα επόμενα χρόνια, καθώς η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε με γρήγορους ρυθμούς (και ακόμη πιο γρήγορα) την περίοδο πριν και μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004. Ωστόσο, τα εισοδήματα στη χώρα μας απέχουν ακόμη πολύ από το σημαντικό σημείο που ξεκίνησε η κρίση το 2009.
Το ελληνικό ΑΕΠ αυξάνεται, αλλά υπάρχει ακόμη πολύς δρόμος για να καλυφθούν όλες οι απώλειες που προκύπτουν από την παρατεταμένη κρίση που έπληξε τη χώρα μας. {Αποτέλεσμα}; Η Ελλάδα προηγείται μόνο από τη Βουλγαρία ως προς το κατά κεφαλήν ΑΕΠ και υστερεί σε σχέσης με πολλές χώρες όπως η Πορτογαλία, η Σλοβακία, η Πολωνία, η Ρουμανία κ.λπ.
Παγκόσμιο ΑΕΠ: Ποιες χώρες είναι οι πλουσιότερες στον κόσμο – Η θέση της Ελλάδας [γράφημα]
Εισόδημα και κατανάλωση
Η Ελλάδα απέχει 33 βαθμούς από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Το 2022, όπως και το 2020 και το 2021, το Λουξεμβούργο και η Ιρλανδία κατέγραψαν το υψηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ, 156% και 135% πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ, αντίστοιχα. Το Λουξεμβούργο και η Ιρλανδία ακολουθούν η Δανία (36% πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ), η Ολλανδία (30% πάνω), η Αυστρία (24% πάνω) και το Βέλγιο (20% πάνω).
Αρνητική κατάταξη και ως προς την ατομική κατανάλωση (AIC) για την Ελλάδα το 2022, αφού κατέλαβε την 25η θέση στην Ευρώπη μαζί με την Εσθονία και 22 μονάδες κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Τα χαμηλότερα επίπεδα ατομικής κατανάλωσης AIC καταγράφηκαν στη Βουλγαρία (31% κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ), την Ουγγαρία (29% κάτω), την Κροατία και τη Λετονία (και οι δύο 24% κάτω), τη Σλοβακία (μείωση 23%) και την Ελλάδα και την Εσθονία (22). % κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ). % Κάτω).
Ανεργία και απασχόληση
Την ίδια ώρα, η ανεργία μειώνεται στην Ελλάδα, αλλά η χώρα παραμένει στη δεύτερη χειρότερη θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μετά την Ισπανία, και σε ό,τι αφορά την απασχόληση, η κατάσταση είναι παρόμοια, μετά τη γειτονική Ιταλία. Υπενθυμίζεται ότι τέσσερα χρόνια ήταν αρκετά -από το 2009 έως το 2013- για να αυξηθεί το ποσοστό ανεργίας στη χώρα μας από μονοψήφιο στο αδιανόητο 28,1% και συνολικά, μετά από 14 δύσκολα χρόνια, έφτασε το 9,6% μόλις το Οκτώβριο του περασμένου έτους, κάτω από το «ψυχολογικό» {επίπεδο} του 10%. 

Όπως επισημαίνεται σε πρόσφατη έκθεση της Alpha Bank, παρά την τάση δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας που υπαγορεύεται από την υψηλή δυναμική των επενδύσεων, το ποσοστό ανεργίας προσεγγίζει το φυσικό {επίπεδο}, δηλαδή αυτό που προκύπτει από διαρθρωτική ανεργία και όχι από διαταραχές του επιχειρηματικού κύκλου.
Να σημειωθεί, ωστόσο, ότι πολλοί αναλυτές πιστεύουν ότι τώρα αρχίζουν δύσκολες στιγμές, γιατί για να συνεχιστεί η μείωση της ανεργίας πρέπει να λυθούν πολλά προβλήματα στην αγοράστρια εργασίας, προβλέποντας ότι η μείωση της ανεργίας θα γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη.
Ταυτόχρονα, η εικόνα της απασχόλησης στη χώρα μας αφήνει ελάχιστα περιθώρια εφησυχασμού. Αφενός παραμένει σε χαμηλό {επίπεδο}, ανέρχεται σε 4,257 εκατ. άτομα, αφετέρου μειώνεται σημαντικά, κατά περίπου 300.000. εργαζομένων, έναντι 4,551 εκατ. τον Αύγουστο του 2009.
Οι μισθοί είναι 23,9% χαμηλότεροι από το 2009
Η αύξηση των μισθών παραμένει σε ζήτηση καθώς η κυβέρνηση έχει υποσχεθεί ότι ο μέσος μισθός θα φτάσει τα 1.500 ευρώ μέχρι το τέλος της θητείας της. Πέρα από το γεγονός ότι καμία κυβέρνηση δεν είναι σε θέση να… διατάξει αύξηση μισθών, στην παρούσα φάση οι μισθοί στην Ελλάδα είναι χειρότεροι σε σχέσης με τα προ κρίσης επίπεδα.
Οι αναλύσεις της Eurobank δείχνουν ότι το 2022 ο μέσος ετήσιος ακαθάριστος μισθός ανά εργαζόμενο στην Ελλάδα ήταν 16.000 PLN. ευρώ, που σημαίνει αύξηση 3,8% σε σχέσης με το 2021 (15,4 χιλ. ευρώ) και 6,6% σε σύγκριση με το προ πανδημίας {επίπεδο} (2019: 15,0 χιλ. ευρώ). Ωστόσο, εξακολουθούσε να είναι 23,9% λιγότερο από το ιστορικό μέγιστο που καταγράφηκε το 2009 (21.000 ευρώ), έτος κατά το οποίο άρχισε να βαθαίνει η κρίση χρέους.
Στη σχετική κατάταξη, η Ελλάδα κατατάχθηκε στην 24η θέση μεταξύ των 27 χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ-27), με τον μέσο ετήσιο μισθό στις τελευταίες να ανέρχεται σε 32.300 PLN. ευρώ. Μεταξύ των χωρών της ευρωζώνης (EZ-20), όπου ο μέσος μισθός ήταν 35,2 χιλιάδες PLN. ευρώ, η Ελλάδα ήταν στην τελευταία θέση.
Αγοραστική δύναμη
Παρατηρείται ότι το 2000 η αγοραστική δύναμη του μέσου μισθού στην Ελλάδα ήταν περίπου 70% του ισοδύναμου EZ-20 και το 2006 αυξήθηκε στο 87,2%. Το 2009, όταν άρχισε να εμφανίζεται η κρίση χρέους, το ποσοστό αυτό ήταν 86,4% και στη συνέχεια μειώθηκε απότομα τα επόμενα χρόνια. Έκτοτε, και ιδιαίτερα από το 2018, παρουσίασε ήπια πτώση (εκτός από το 2020 που κατέγραψε οριακή άνοδο), ενώ αναχωρεί από άλλες χώρες της Νότιας Ευρώπης των οποίων τα χαρακτηριστικά είναι συγκρίσιμα με αυτά της Ελλάδας. Το 2022, αντιπροσώπευε το 56,9% του μέσου μισθού στο EZ-20 και ήταν το χαμηλότερο στο μπλοκ.
Αποδοτικότητα
Ταυτόχρονα, σημειώνεται ότι τόσο η παραγωγικότητα της εργασίας όσο και οι πραγματικοί μισθοί σε όλες τις ανεπτυγμένες χώρες κατέγραψαν σημαντικές αυξήσεις το πρώτο εξάμηνο της δεκαετίας του 2000. Με την παγκόσμια οικονομική κρίση, η παραγωγικότητα υπέστη σοβαρό πλήγμα, συμπαρασύροντας μαζί της και τους πραγματικούς μισθούς.
Ωστόσο, ενώ στην ΕΖ-20 η κατάσταση βελτιώθηκε σταδιακά τα επόμενα χρόνια, μαζί με τους μισθούς, στην Ελλάδα, που βυθίστηκε σε δεκαετή κρίση χρέους, με υποεπενδύσεις και εκροή εργατικού δυναμικού υψηλής παραγωγικότητας, υπήρξε κατάρρευση: το 2019 η παραγωγικότητα της εργασίας μετατράπηκε σε ΑΕΠ ανά εργαζόμενο, ήταν χαμηλότερη κατά 18,3% σε σύγκριση με το 2009, ενώ στην ΑΖ-20 αυξήθηκε κατά 7,9%.
Μετά το πλήγμα που προκάλεσε η πανδημία του Covid-19, η παραγωγικότητα στη χώρα μας αυξήθηκε, αλλά οι πραγματικοί μισθοί, λόγω της αναφερόμενης (αναμενόμενης) καθυστέρησης, αλλά και της διαταραχής του πληθωρισμού, δεν ακολούθησαν το ίδιο: η παραγωγικότητα της εργασίας το 2022 αυξήθηκε κατά 2,6%. , ενώ οι πραγματικοί μισθοί μειώθηκαν κατά 1,8% σε σχέσης με το 2019. Η κατάσταση ήταν παρόμοια στην EZ-20 (+0,6% και -2,5% αντίστοιχα).
Πτωχοποίηση
Ταυτόχρονα, παρά τις οριακές βελτιώσεις, η εκτεταμένη φτωχοποίηση παραμένει στην Ελλάδα και οι τιμές συνεχίζουν να αυξάνονται, πλήττοντας περαιτέρω τα νοικοκυριά. Η Ελλάδα κατατάσσεται πρώτη ή μεταξύ των πρώτων σε όλους τους δείκτες φτώχειας, υλικής στέρησης και κοινωνικής στέρησης στην ΕΕ ανεξαιρέτως. των 27, με οποιαδήποτε πρόοδο να είναι εξαιρετικά αργή. Άλλωστε, σύμφωνα με τη Eurostat, 7 στους 10 πολίτες θεωρούν τους εαυτούς τους φτωχούς. 

Η Ελλάδα έχει το υψηλότερο ποσοστό ατόμων με χαμηλό μορφωτικό {επίπεδο} στην Ε.Ε. (81,6%) -δηλαδή μόνο με δευτεροβάθμια εκπαίδευση- θεωρείται φτωχός. Ακολουθούν η Βουλγαρία (67,9%) και η Σλοβακία (53,3%). Τα χαμηλότερα ποσοστά καταγράφηκαν στη Φινλανδία (7,3%), στο Λουξεμβούργο (10%) και στη Σουηδία (11,3%). Το 2022, λιγότεροι από ένας στους τρεις Ευρωπαίους με χαμηλό μορφωτικό {επίπεδο} θα θεωρείται υποκειμενικά φτωχός, σε σύγκριση με τέσσερις στους πέντε Έλληνες.
Το πιο εντυπωσιακό κομμάτι της μελέτης είναι ότι η Ελλάδα έχει το υψηλότερο ποσοστό στην Ε.Ε. άτομα με μεσαία και υψηλά επίπεδα εκπαίδευσης θεωρούνται υποκειμενικά φτωχά – 70% και 49%, αντίστοιχα.
Κενό επενδύσεων και παραγωγής
Παράλληλα, προβληματισμός της χώρας παραμένει τόσο το επενδυτικό κενό όσο και το αντίστοιχο κενό σε σχέσης με την παραγωγικότητα. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι επενδύσεις στην Ελλάδα αγγίζουν το 13,7%, δηλαδή 9 μονάδες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Το χάσμα παραγωγικότητας είναι ακόμη χειρότερο, καθώς σχετική μελέτη του ΚΕΠΕ δείχνει ότι η παραγωγικότητα της Ελλάδας είναι 55% του μέσου όρου της ευρωζώνης. Επομένως, οι επενδύσεις είναι ένα σημαντικό ζήτημα. Το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών έχει θέσει φιλόδοξο στόχο για επενδυτικό κοστούς 12,17 δισ. ευρώ το 2024, επίπεδα που δεν είχαν δει πριν από τα μνημόνια για την ελληνική οικονομία. Σύμφωνα με το λογοτεχνία του προϋπολογισμού, οι επενδύσεις θα πρέπει να αυξηθούν πάνω από 15% και το επόμενο έτος. Αυτός είναι ένας από τους πιο αισιόδοξους στόχους για την επόμενη χρονιά.

